Φασισμός και Εξωτερική Πολιτική-Του Γιάννη Χουλιάρα

TIME-DOC
7 Απριλίου 2019 11:05:00

Η παρούσα εργασία εστιάζει στο ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στον φασισμό και την κρατική εξωτερική πολιτική, με σκοπό να συμπεραθεί το αν υπάρχει ή όχι κάποια γενική αρχή της εξωτερικής πολιτικής των φασιστικών καθεστώτων. Εξετάζονται συγκριτικά οι περιπτώσεις δύο κρατών της περιόδου του Μεσοπολέμου, του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος υπό τον Αδόλφο Χίτλερ στη Γερμανία, το οποίο διήρκεσε από το 1933 έως το 1945 και της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά στην Ελλάδα, από το 1936 έως το 1941. Οι συγκεκριμένες περιπτώσεις επιλέχθηκαν καθώς αποτελούν δύο καθεστώτα που έχουν τις ρίζες τους στον ριζοσπαστικό αυταρχικό εθνικισμό της μεσοπολεμικής περιόδου, ακολούθησαν πολύ διαφορετική εξωτερική πολιτική και δεν υπήρξε σημαντική γεωπολιτική ταύτιση μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να βρεθούν σε αντίπαλες συμμαχίες κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Διερευνώνται η εξέλιξη και η εξωτερική πολιτική των δύο κρατών και πως η εξωτερική τους πολιτική επηρεάστηκε από την επίσημη ιδεολογία τους και τη θέση τους στο διακρατικό σύστημα της μεσοπολεμικής περιόδου. Η ανάλυση και σύγκριση των ομοιοτήτων και διαφορών των δύο περιπτώσεων επομένως γίνεται αρχικά σε εσωτερικό επίπεδο (η εξελικτική πορεία των φασιστικών κινημάτων και η άνοδός τους στην εξουσία) και μετέπειτα σε εξωτερικό (η εξωτερική πολιτική που άσκησαν στο πλαίσιο του διακρατικού συστήματος της εποχής) και αναλύεται εν τέλει η αλληλεπίδραση ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό επίπεδο. Για την ανάλυση σε εσωτερικό επίπεδο χρησιμοποιείται το θεωρητικό πλαίσιο των πέντε σταδίων εξέλιξης του φασισμού, που διατυπώθηκε από τον Αμερικανό πολιτικό επιστήμονα Ρόμπερτ Πάξτον στο δοκίμιο «Five Stages of Fascism», ενώ το εξωτερικό επίπεδο αναλύεται υπό το πρίσμα του ρεαλισμού[1]. Η βασική υπόθεση εργασίας που θα εξεταστεί είναι η εξής: Η επιρροή του φασισμού στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής εξαρτήθηκε περισσότερο εκ των μη ιδεολογικής φύσεως στρατηγικών επιδιώξεων των κρατών, οι οποίες καθορίζονταν από τη θέση τους στο διεθνές σύστημα (αναθεωρητική δύναμη ή υποστηρικτής του status quo), αντί μιας εγγενούς επεκτατικής ή αμυντικής ιδεολογικής θέσης.

1. Ορισμός του φασισμού και ο κύκλος των «πέντε σταδίων»
Μία εκ των κυριότερων δυσκολιών που προκύπτουν κατά τη προσπάθεια επιστημονικής ανάλυσης του φασισμού είναι το να οριστεί με ακρίβεια τι είναι φασισμός. Κατά τον Πάξτον, η δυσκολία αυτή οφείλεται σε διάφορους παράγοντες: χαρακτηριστικά, οι σημαντικές ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές μεταξύ των φασιστικών κινημάτων, λόγω των διαφορετικών ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών στα κράτη όπου αυτά εμφανίστηκαν, η απουσία ενός οικουμενικού φασιστικού δόγματος και η ευρύτατη χρήση του όρου για τον (μειωτικό) χαρακτηρισμό πολιτικών κινημάτων και προσώπων (Paxton, R., 1998). Λόγω των δυσκολιών αυτών, ο Πάξτον διατυπώνει μια αναλυτική προσέγγιση εστιαζόμενη στην σταδιακή εξέλιξη των φασιστικών κινημάτων υπό την πίεση των πολιτικοοικονομικών συνθηκών. Τονίζεται πως δεν πρόκειται για κάποια νομοτελειακή, αναπόφευκτη εξέλιξη όλων των φασιστικών κινημάτων, καθώς από το δεύτερο στάδιο και μετά ο Πάξτον εστιάζει στις περιπτώσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας, για λόγους που θα εξηγηθούν παρακάτω (Paxton, R., 1998). Πρώτο στάδιο εξέλιξης αποτελεί η εμφάνιση της πρώιμης φασιστικής ιδεολογίας στα τέλη του 19ου αιώνα, η οποία τασσόταν εναντίον της φιλελεύθερης δημοκρατίας και χαρακτηριζόταν από συνδυασμό εθνικιστικών, σοσιαλιστικών και αντιαστικών/αντικαπιταλιστικών στοιχείων και κινημάτων εμπνεόμενων από αυτή. Στο δεύτερο στάδιο, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα φασιστικά κινήματα εξελίχθηκαν σε μαζικά και απέκτησαν τη δυνατότητα αποφασιστικής δράσης στο πολιτικό σκηνικό, στο πλαίσιο της πολιτικοοικονομικής κρίσης, την οποία τα φιλελεύθερα κράτη αδυνατούσαν να ελέγξουν. Οι συντηρητικές ελίτ βρήκαν στα φασιστικά κινήματα μια σημαντική ευκαιρία για να ενισχύσουν τη θέση τους, σε μια εποχή βαθιάς κοινωνικής κρίσης, πολιτικής κινητοποίησης και αμφισβήτησης. Αυτό απέρρεε τόσο από την ικανότητα των φασιστών να προσελκύουν ευρείες μάζες, προερχόμενες από όλα τα κοινωνικά στρώματα, χρησιμοποιώντας λαϊκίστικη ρητορική, η οποία όμως δεν απειλούσε το κοινωνικοοικονομικό status quo (σε αντίθεση με τα σύγχρονά τους, επίσης ισχυρά και μαζικά, σοσιαλιστικά κινήματα), όσο και από την προθυμία τους να αναλάβουν δυναμική και βίαιη δράση εναντίον της ριζοσπαστικής αριστεράς. Κατέστησαν έτσι πολύτιμοι σύμμαχοι της συντηρητικής μερίδας της κοινωνίας εναντίον της ενισχυόμενης αριστεράς και του μεταρρυθμιστικού κέντρου, αυξάνοντας την πολιτική τους επιρροή και εγκαταλείποντας τις αρχικές αντικαπιταλιστικές θέσεις τους. Η μετάλλαξη αυτή, που ήταν νευραλγικής σημασίας για την άνοδο στην εξουσία, επετεύχθη από το γερμανικό και ιταλικό κίνημα, όχι όμως από άλλα. Τα φασιστικά κινήματα που δεν κατόρθωσαν να κάνουν τη μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο στάδιο, είτε επειδή έμειναν πιστά στην «καθαρή» ιδεολογία, είτε επειδή η φιλελεύθερη δημοκρατία ήταν αρκετά ισχυρή για να απορροφήσει τις ριζοσπαστικές μεταρρυθμιστικές πιέσεις, παρέμειναν ως επί το πλείστον στο πολιτικό περιθώριο. Κατά το τρίτο στάδιο τα κινήματα, σε συνθήκες κοινοβουλευτικού αδιεξόδου, κατέλαβαν την εξουσία με τη συγκατάθεση των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων, η θέση των οποίων απειλούνταν από τη μαζική πολιτική κινητοποίηση και την άνοδο της αριστεράς. Οι δυνάμεις αυτές αρνούνταν τη συνεργασία με τους μεταρρυθμιστές, αλλά ταυτόχρονα αδυνατούσαν να ελέγξουν αποτελεσματικά τις ριζοσπαστικές διεκδικήσεις και να δώσουν λύση στο πολιτικό αδιέξοδο. Αποφάσισαν έτσι την πολιτική συνεργασία με τους φασίστες, σε μια ύστατη προσπάθεια διατήρησης του status quo. Εξ’ ου και το ότι δεν προέκυψαν φασιστικές κυβερνήσεις σε δημοκρατίες αρκετά ισχυρές ώστε να διατηρήσουν τις κοινωνικές εξελίξεις υπό κοινοβουλευτικό-συνταγματικό έλεγχο, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας. Τόσο ο Χίτλερ (που θα αναλυθεί στο επόμενο κεφάλαιο) όσο και ο Μουσολίνι[2] «προσκλήθηκαν» στην εξουσία σε συνθήκες οξείας πολιτικής κρίσης από τον επικεφαλής του κράτους (Γερμανός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ιταλός βασιλιάς), στο πλαίσιο της νόμιμης άσκησης των αρμοδιοτήτων του. Το τέταρτο στάδιο περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον Πάξτον, την άσκηση της εξουσίας από το φασιστικό κίνημα, σε μια μεταβαλλόμενη ισορροπία ανάμεσα στον ηγέτη, το κόμμα, τα κρατικά όργανα, ειδικά την αστυνομία και το στρατό, τα οποία ήταν αναγκαία για την διατήρηση της εξουσίας, και τις παραδοσιακές οικονομικές και πολιτικές ελίτ. Στο πέμπτο στάδιο, η κυβέρνηση ακολουθεί το δρόμο είτε της περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησης είτε της μετατροπής της σε ένα πιο «συμβατικό» αυταρχικό καθεστώς (Paxton, R., 1998). Η μετάβαση ή όχι στο στάδιο της ριζοσπαστικοποίησης είναι αυτό που τελικά θα καθορίσει το βαθμό «ιδεολογικοποίησης» της εξωτερικής πολιτικής.

Με βάση τα παραπάνω επομένως, αναδεικνύονται τα ερωτήματα μέσω των οποίων γίνεται η σύγκριση των δύο αυτών καθεστώτων: Βασίζονταν σε μια αντιφιλελεύθερη και αντισοσιαλιστική εθνικιστική ιδεολογία; Αναδείχθηκαν ως αποτελεσματικοί σύμμαχοι κοινωνικών στρωμάτων, των οποίων η θέση απειλούνταν από τη μαζική πολιτική κινητοποίηση και ριζοσπαστικοποίηση σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού, αναγκάζοντάς τα να αναζητήσουν υποστήριξη εκτός των πλαισίων της φιλελεύθερης δημοκρατίας; Κλήθηκαν να αναλάβουν την εξουσία εν μέσω μιας συνταγματικής, πολιτικής ή οικονομικής κρίσης (ή όλων αυτών μαζί), την οποία η άρχουσα ελίτ αδυνατούσε να επιλύσει; Σε ποιο βαθμό η άσκηση της εξουσίας τους, και κατά συνέπεια η εξωτερική τους πολιτική, επηρεάζονταν από τη συνύπαρξή τους με αυτή την άρχουσα ελίτ, στα πλαίσια της διαλεκτικής ιδεολογίας – πρακτικών στρατηγικών αναγκών των κρατών;

2. Η εξέλιξη των δύο καθεστώτων
2.1 Ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός
Το 1919 στη Γερμανία, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την οργή που προκάλεσαν στη γερμανική κοινή γνώμη η ταπείνωση της ήττας και οι επαχθείς όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών,, ιδρύθηκε το Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (DAP) από τον Άντον Ντρέξλερ, το οποίο απέρριπτε την κοινοβουλευτική δημοκρατία και συνδύαζε τον γερμανικό εθνικισμό με σοσιαλιστικές διακηρύξεις περί προστασίας των εργατών και των μικρομεσαίων. Το DAP, που το 1920 μετονομάστηκε σε Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (NSDAP), αποτέλεσε ένα εκ των πολλών ακροδεξιών κινημάτων που εμφανίστηκαν στην ηττημένη Γερμανία. Το 1921 επικεφαλής του κόμματος αναδείχθηκε ο βετεράνος του πολέμου Αδόλφος Χίτλερ, λόγω των εξαιρετικών προπαγανδιστικών ικανοτήτων του (Passant, E. et al., 1959:171-173). Ο Χίτλερ είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αυστρία και του άσκησαν ιδιαίτερη επιρροή οι αντισημιτικές και παγγερμανικές ιδέες των Καρλ Λούγκερ και Γκέοργκ φον Σαίνερερ[3] (Weiss, J., 2009:165). Τον Νοέμβριο του 1923, εν μέσω δριμείας οικονομικής και πολιτικής κρίσης, με τον υπερπληθωρισμό και την γαλλική εισβολή στη Ρηνανία[4], ο Χίτλερ και οι οπαδοί του επιχείρησαν πραξικόπημα στο Μόναχο, το οποίο σύντομα κατεστάλη με ευκολία από τις δυνάμεις ασφαλείας. Ο Χίτλερ καταδικάστηκε και παρέμεινε σε φυλάκιση μέχρι τον Δεκέμβριο του 1924, κατά τη διάρκεια της οποίας συνέταξε το βιβλίο «Ο Αγών μου». Η αποτυχημένη πραξικοπηματική απόπειρα έδειξε στον Χίτλερ πως δεν υπήρχε πιθανότητα τα σώματα ασφαλείας και οι ελίτ να υποστηρίξουν βίαιη ανατροπή του πολιτεύματος. Ο μόνος δρόμος προς την εξουσία επομένως ήταν ο νόμιμος κοινοβουλευτικός αγώνας. Από το 1924 μέχρι το 1929 ωστόσο, τα ποσοστά του κόμματος στις εκλογικές αναμετρήσεις του Μαϊου και Δεκεμβρίου 1924 και του Μαϊου 1928 ήταν αμελητέα. Ο πληθωρισμός είχε υποχωρήσει, η γερμανική οικονομία είχε πλέον ανακάμψει και η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών δεν επιθυμούσε να διαταραχτεί η κοινωνική σταθερότητα και ευημερία (Weiss, J., 2009:202).

Η ευκαιρία που περίμενε ο Χίτλερ ήρθε το 1929. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, έπληξε ιδιαίτερα τη Γερμανία[5]. Υπήρξε δραματική μείωση της παραγωγής και η ανεργία αυξήθηκε κατακόρυφα. Τόσο τα αστικά όσο και τα μικρομεσαία στρώματα έχαναν όλο και περισσότερο την πίστη τους στη δημοκρατία (Τσακαλογιάννης, Π., 1990:302). Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Χέρμαν Μύλλερ κατέρρευσε τον Μάρτιο του 1930 και την εξουσία ανέλαβε o Χάινριχ Μπρύνινγκ του Κεντρώου Κόμματος, με την υποστήριξη του Προέδρου της Δημοκρατίας Πάουλ φον Χίντενμπουργκ. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1930 οι εθνικοσοσιαλιστές είδαν το ποσοστό τους να εκτοξεύεται από το 2,6% του 1928 στο 18,3%, ενώ ενισχύθηκε και το κομμουνιστικό κόμμα (KPD). Τα ποσοστά των σοσιαλδημοκρατών (SPD) και των κομμάτων του κέντρου μειώθηκαν δραστικά[6]. Η κυβέρνηση Μπρύνινγκ δεν μπόρεσε επομένως να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική υποστήριξη, αλλά παρέμεινε στην εξουσία έως το 1932 με προεδρικά διατάγματα, ενώ οι πολιτικές λιτότητας που εφάρμοσε μείωσαν περαιτέρω τη δημοτικότητά της, όπως και των σοσιαλδημοκρατών που τη στήριζαν. Τον Μάϊο του 1932 η κυβέρνηση Μπρύνινγκ κατέρρευσε και ο Χίντενμπουργκ διόρισε καγκελάριο τον αριστοκράτη Φραντς φον Πάπεν (Κολιόπουλος, I., 2001:349). Στις εκλογές του Ιουλίου το NSDAP αναδείχθηκε το μεγαλύτερο κόμμα με ποσοστό 37,4% και το ποσοστό του KPD αυξήθηκε σε 14,5%. Το NSDAP και το KPD κατείχαν πλέον την πλειοψηφία των εδρών στο κοινοβούλιο (319 έδρες σε σύνολο 608), καθιστώντας αδύνατη την νομιμοποίηση της κυβέρνησης Πάπεν από τις μετριοπαθείς δυνάμεις. Οι νέες εκλογές του Νοεμβρίου είχαν παρόμοια αποτελέσματα, με μικρή μείωση του ποσοστού του NSDAP και άνοδο του KPD στο 16,9%. Τo SPD και τα υπόλοιπα κεντρώα κόμματα, στη συνεργασία των οποίων βασιζόταν η Δημοκρατία της Βαϊμάρης[7], αποδυναμώθηκαν περαιτέρω[8], ενώ και τα κόμματα της μη ναζιστικής δεξιάς παρουσίαζαν ασήμαντα ποσοστά[9]. Το πολιτικό χάσμα ήταν πλέον ευρύτατο και οι βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των ταγμάτων εφόδου (SA) του NSDAP και των κομμουνιστών ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στους δρόμους των πόλεων (Passant, E. Et al., 1959:182). Οι συντηρητικές ελίτ της Γερμανίας άρχισαν να στρέφονται στον Χίτλερ, ο οποίος φαινόταν πως ήταν ο μόνος που μπορούσε να τους προσφέρει αυτό ακριβώς που χρειάζονταν: ένα μαζικό και λαϊκό συντηρητικό κίνημα, που θα αποκαθιστούσε την πολιτική σταθερότητα και ταυτόχρονα θα είχε την πυγμή να συντρίψει την αριστερά και τις συνδικαλιστικές εργατικές διεκδικήσεις, ενώ θα τις απάλλασσε και από τις ενοχλητικές αναδιανεμητικές πολιτικές των σοσιαλδημοκρατών και κεντρώων φιλελεύθερων. Οι εθνικοσοσιαλιστές επομένως ήταν για τις συντηρητικές ελίτ της Γερμανίας μια ευκαιρία να ανατρέψουν την Δημοκρατία της Βαϊμάρης, με την οποία άλλωστε ποτέ δεν συμβιβάστηκαν πλήρως, έχοντας την λαϊκή νομιμοποίηση (Weiss, J., 2009:207). Ο ίδιος ο Χίτλερ άλλωστε είχε καταστήσει σαφές σε Γερμανούς ηγέτες της βιομηχανίας, ήδη από το 1929 και ξανά το 1931, πως σε καμία περίπτωση δεν εμφορούνταν από σοσιαλιστικές ιδέες, παρά το όνομα του κόμματός του. Τον Δεκέμβριο ο Χίντενμπουργκ υποχρέωσε τον φον Πάπεν σε παραίτηση και διόρισε καγκελάριο τον στρατηγό Κουρτ φον Σλάιχερ. Και αυτός όμως, ελλείψει κοινοβουλευτικής στήριξης και νομιμοποίησης, υποχρεώθηκε σύντομα να παραιτηθεί. Ο φον Πάπεν και πολλοί άλλοι οικονομικοί παράγοντες και στελέχη του στρατού έπεισαν τότε τον Χίντενμπουργκ να διορίσει καγκελάριο τον Χίτλερ τον Ιανουάριο του 1933, σε κυβέρνηση συνεργασίας εθνικοσοσιαλιστών και συντηρητικών. Στόχοι ήταν να λήξει το πολιτικό αδιέξοδο, με την δημιουργία μιας κυβέρνησης που θα είχε τη λαϊκή νομιμοποίηση λόγω του υψηλού ποσοστού του NSDAP, να αποκατασταθεί η τάξη (η διαταραχή της οποίας οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στα τάγματα εφόδου του ίδιου του NSDAP) και να συντριβεί η κομμουνιστική απειλή. Ο φον Πάπεν και ο συντηρητικός κύκλος του θεωρούσαν πως έτσι θα ήλεγχαν την εκλογική δύναμη των εθνικοσοσιαλιστών προς όφελός τους, πιστεύοντας πως οι ίδιοι θα είχαν την πραγματική εξουσία στη κυβέρνηση συνεργασίας με το NSDAP (Passant, E. et al., 1959:183). Μια σειρά γεγονότων διέψευσε τις προσδοκίες αυτές και οδήγησε, έως το καλοκαίρι του 1933, στην πτώση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και την εγκαθίδρυση της εθνικοσοσιαλιστικής δικτατορίας, με την ανοχή των συντηρητικών κομμάτων και του στρατού[10]. Ο Χίτλερ με τη σειρά του ικανοποίησε τα αιτήματα των στρατιωτικών και των συντηρητικών διαλύοντας τα υπερβολικά ριζοσπαστικά και βίαια τάγματα εφόδου του κόμματός του (SA) και δολοφονώντας τους ηγέτες τους τον Ιούνιο του 1934, στη «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών»[11]. Όταν πέθανε ο Χίντενμπουργκ τον Αύγουστο, αυτοί επέτρεψαν στον Χίτλερ να συνδυάσει στο πρόσωπό του τα αξιώματα του Καγκελαρίου και του Προέδρου, όντας πλέον «Φύρερ» και οι στρατιωτικοί έδωσαν όρκο προσωπικής πίστης σε αυτόν. Η επιθυμία των συντηρητικών να ανατρέψουν τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε οδηγήσει τον Χίτλερ στην απόλυτη εξουσία, μια εξουσία που όπως απεδείχθη αργότερα δεν θα ήταν σε θέση να ελέγξουν (Weiss, J., 2009:209).

2.2 Ιωάννης Μεταξάς: Από τους Επίστρατους στην 4η Αυγούστου
2.2.1 Οι Επίστρατοι: Ένα πρώιμο φασιστικό αλλά ανολοκλήρωτο κίνημα

Ο Ιωάννης Μεταξάς καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια της Ιθάκης. Το 1890 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από όπου αποφοίτησε με διάκριση. Το 1897 γνωρίστηκε με τον διάδοχο του ελληνικού θρόνου Κωνσταντίνο Β’, χάρη στον οποίο εστάλη με υποτροφία στην Ακαδημία Πολέμου του Βερολίνου, όπου φοίτησε την περίοδο 1899-1903[12]. Η φιλία του με τον Κωνσταντίνο και ο σπουδές του στη Γερμανία διαμόρφωσαν πιθανότατα τόσο την φιλομοναρχική του στάση όσο και τις μιλιταριστικές, συντηρητικές και αντιφιλελεύθερες απόψεις του.

Ο Μεταξάς βρέθηκε στο επίκεντρο του Εθνικού Διχασμού, της διαίρεσης βενιζελικών και αντιβενιζελικών η οποία δίχασε βαθύτατα τη χώρα για μεγάλο μέρος του 20ου αιώνα. Το 1915 ο Μεταξάς, που είχε ανελιχθεί σε κορυφαίο στέλεχος του του Γενικού Επιτελείου, παραιτήθηκε από τη θέση του λόγω της διαφωνίας του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και το Κόμμα των Φιλελευθέρων σχετικά με τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τασσόμενος υπέρ της θέσης του βασιλιά πλέον Κωνσταντίνου για ουδετερότητα[13]. Η σύγκρουση Βενιζέλου-Κωνσταντίνου οξύνθηκε, οδηγώντας τον Βενιζέλο δύο φορές σε παραίτηση εντός του έτους. Το ίδιο έτος επιβλήθηκε γενική επιστράτευση, με αφορμή την επικείμενη είσοδο της Βουλγαρίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, επιτείνοντας το συγκρουσιακό κλίμα στη χώρα. Τον Ιούνιο του 1916, μετά από παρέμβαση της Αντάντ λόγω βίαιων ενεργειών των αντιβενιζελικών εναντίον των Φιλελευθέρων, κηρύχθηκε αποστράτευση. Η κίνηση αυτή όμως είχε μια απρόβλεπτη συνέπεια: τη δημιουργία των Επίστρατων, της πρώτης μαζικής πολιτικής οργάνωσης στην Ελλάδα. Λόγω της στενής σχέσης ανάμεσα στον βασιλιά Κωνσταντίνο και το στρατό[14] και με μεθοδεύσεις του ίδιου του Μεταξά, οι αποστρατευμένοι εξελίχθηκαν σε αντιβενιζελικό «ιδιωτικό στρατό» του Κωνσταντίνου. Οργανώθηκαν υπό τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Εφέδρων, ορκίστηκαν πίστη και υπακοή στον Κωνσταντίνο και τη θέση του εναντίον των Φιλελευθέρων και υπέρ της ουδετερότητας και επιδόθηκαν σε τρομοκρατία και ωμή βία εναντίον των βενιζελικών. Εξελίχθηκαν έτσι σε πραγματικό «κράτος εν κράτει». Τον Σεπτέμβριο του 1916 συστάθηκε η «Προσωρινή Κυβέρνηση» στη Θεσσαλονίκη υπό τον Βενιζέλο, χωρίζοντας πλέον την Ελλάδα στα δύο και τον Νοέμβριο οι δυνάμεις της Αντάντ προχώρησαν σε βομβαρδισμό και επιχείρηση κατάληψης της Αθήνας. Η προσπάθεια αποκρούστηκε από τους Επίστρατους, σηματοδοτώντας την κορυφαία στιγμή του κινήματος. Μετά τη νίκη τους, οι Επίστρατοι εξαπέλυσαν πογκρόμ στην πρωτεύουσα εναντίον των βενιζελικών (γνωστών και υπόπτων) στις 19 Νοεμβρίου, σε ένα όργιο τρομοκρατίας που σημαδεύτηκε από δολοφονίες, λυντσαρίσματα, κακοποιήσεις, φυλακίσεις και λεηλασίες περιουσιών. Έλαβε επίσης χώρα και ο αναθεματισμός του Βενιζέλου από την Εκκλησία της Ελλάδος. Η μέρα αυτή έμεινε στην ιστορία ως «Νοεμβριανά». Τον Ιανουάριο του 1917 η Αντάντ με επέμβασή της υποχρέωσε τον Κωνσταντίνο να διαλύσει τους συνδέσμους των Επιστράτων. Τον Ιούνιο ο Βενιζέλος ανέλαβε την εξουσία και επανένωσε τη χώρα με νέα επέμβαση της Αντάντ, παραμένοντας στην κυβέρνηση μέχρι το 1920. Στην περίοδο αυτή έλαβε χώρα εκτεταμένη τρομοκρατία των βενιζελικών ενάντια στους αντιπάλους τους, ειδικά τους πρώην Επίστρατους. Μετά την εκλογική ήττα και την αποχώρηση του Βενιζέλου τον Νοέμβριο του 1920 οι Επίστρατοι, που είχαν εν τω μεταξύ αναδιοργανωθεί υπό τη μορφή των «Λαϊκών Πολιτικών Συλλόγων», ξεκίνησαν νέα επιχείρηση βίας και εκδίκησης εναντίον των βενιζελικών, σε συνεργασία με τις κρατικές αρχές. Το οριστικό τέλος του κινήματος ήρθε τον Σεπτέμβριο του 1922, όταν, μετά την καταστροφή του μικρασιατικού μετώπου, εκδηλώθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα που ανέτρεψε την αντιβενιζελική κυβέρνηση και ανάγκασε τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει οριστικά την Ελλάδα (Μαυρογορδάτος, Γ., 2015).

Ήταν οι Επίστρατοι ένα πρώιμο ή καλύτερα πρωτο-φασιστικό κίνημα; Οπωσδήποτε εμφανίζουν αρκετά από αυτά τα χαρακτηριστικά. Αρχίζουμε εκ του προφανέστερου, τη μαζικότητα. Κατά τον Πάξτον, ο φασισμός είναι ή φιλοδοξεί να είναι ένα μαζικό λαϊκό πολιτικό κίνημα. Ο αριθμός μελών των συνδέσμων των Επίστρατων έφτασε εντός λίγων εβδομάδων τα 200.000 μέλη, αποτελώντας το πρώτο μαζικό πολιτικό κίνημα της νεότερης Ελλάδας (Μαυρογορδάτος, Γ., 2015:85). Δεύτερον, η ταξική συγκρότηση. Οι Επίστρατοι προήλθαν κατά συντριπτικό ποσοστό από τα μικροαστικά στρώματα, δηλαδή βιοτέχνες, καταστηματάρχες-μικρέμπορους, ελεύθερους επαγγελματίες. Όλοι αυτοί απειλούνταν από το όραμα του αστικού εκσυγχρονισμού των Φιλελευθέρων, καθώς η ανάπτυξη του καπιταλισμού και μιας εκσυγχρονισμένης οικονομίας της αγοράς απειλούσε την οικονομική τους βιωσιμότητα. Η παλαιά οικονομική ελίτ, οι «κρατικοδίαιτες τάξεις»[15] κατά τον Γεώργιο Μαυρογορδάτο, επίσης υποστήριζαν την αντιβενιζελική παράταξη για τον ίδιο λόγο, ενώ η νέα και δυναμικά ανερχόμενη αστική τάξη (π.χ. επιχειρηματίες, εφοπλιστές) στήριζε τον Βενιζέλο και τις εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις του. Η μικροαστική τάξη και οι παλαιές οικονομικές ελίτ συμμάχησαν επομένως κατά του φιλελεύθερου αστικού εκσυγχρονισμού, συσπειρωμένοι γύρω από τον βασιλιά (Μαυρογορδάτος, Γ., 2015:238-251). Τρίτον, η ιδεολογία. Οι Επίστρατοι διακρίνονταν από έντονο αντιφιλελευθερισμό, για τους προαναφερθέντες λόγους, εσωστρεφή εθνικισμό (σε αντίθεση με το μεγαλοϊδεατικό όραμα του Βενιζέλου και της αστικής τάξης), φερόμενοι εναντίον των ξένων επεμβάσεων και των «ξενόφερτων ηθών», καθώς και θρησκοληψία (Παπαδημητρίου, Δ., 2014) – ας θυμηθούμε την αντίδραση ορθόδοξων εκκλησιαστικών κύκλων τον 18ο και 19ο αιώνα εναντίον των φιλελεύθερων ιδεών του δυτικοευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Εκθείαζαν επίσης τη μορφή του στρατιώτη, ως ενσάρκωση του λαϊκού ηρωισμού και της φιλοπατρίας και ήταν αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν βία για να προστατεύσουν το έθνος από την «ξενοκίνητη βενιζελική συνωμοσία» (λατρεία του στρατού ως κατεξοχήν εθνική και ομοιογενής μορφή οργάνωσης υπερβαίνουσα τις ταξικές και άλλες κοινωνικές διαιρέσεις και φόβος απέναντι σε μια υποτιθέμενη συνωμοσία εσωτερικών-εξωτερικών εχθρών για την υπονόμευση του έθνους, κάτι που παρατηρούμε και σε πολλά άλλα φασιστικά κινήματα) (Παπαδημητρίου, Δ., 2014). Τέταρτον, η προσωπολατρία. Οι Επίστρατοι ορκίζονταν απόλυτη πίστη και υπακοή στον Κωνσταντίνο, τον οποίο αποκαλούσαν «τρισένδοξο στρατηλάτη», «εθνοσωτήρα», «φιλόστοργο Πατέρα», κάτι που ασφαλώς ομοιάζει με τις αντίστοιχες συμπεριφορές άλλων ευρωπαϊκών φασιστικών κινημάτων (Παπαδημητρίου, Δ., 2014). Ποτέ δεν εκφράστηκε ένα συγκροτημένο ιδεολογικό πρόταγμα εκ μέρους των Επιστράτων, βλέπουμε όμως να ενυπάρχουν σε αυτούς ο αντιφιλελευθερισμός, ο εθνικισμός και μια ασαφής αντικαπιταλιστική αντίδραση, ένας αντικαπιταλιστικός μικροαστικός και συντηρητικός εθνικισμός, το πρώτο ακριβώς στάδιο του φασισμού που περιγράφει ο Πάξτον. Η εμφάνιση των Επίστρατων, επομένως, ως ένα πρώιμο φασιστικό κίνημα μπορεί να θεωρηθεί ως το πρώτο στάδιο της φασιστικής εξέλιξης του Μεταξά, που όπως προαναφέρθηκε ήταν εκ των κύριων διαμορφωτών τους. Παρ’ όλα αυτά, η απόλυτη ταύτιση με τον βασιλιά Κωνσταντίνο κατέστησε τους Επίστρατους ένα ανολοκλήρωτο, ατελές κίνημα, καθώς η ήττα και ο θάνατός του (27 Δεκεμβρίου 1922) επέφεραν την εξαφάνιση τους.

2.2.2 Η πορεία προς το καθεστώς της 4ης Αυγούστου

Η μη εμπλοκή του Μεταξά στην στρατιωτική πρωτοβουλία που οδήγησε στην Μικρασιατική Καταστροφή[16] επέτρεψε την πολιτική (και φυσική) του επιβίωση, μετά την πτώση του Κωνσταντίνου και την επικράτηση του βενιζελισμού, σε αντίθεση με άλλα σημαίνοντα πρόσωπα της αντιβενιζελικής παράταξης (πχ Δίκη των Έξι). Το 1922 δημιούργησε το Κόμμα Ελευθεροφρόνων, που συσπείρωσε την αντιβενιζελική παράταξη. Η συμμετοχή του Μεταξά ωστόσο σε αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος των αντιβενιζελικών το 1923 υπήρξε μοιραία. Μετά τη συντριβή της πραξικοπηματικής προσπάθειας, ο Μεταξάς εγκατέλειψε τη χώρα με προορισμό την Ιταλία. Οι εκκαθαρίσεις που ακολούθησαν και η εγκαθίδρυση της αβασίλευτης δημοκρατίας το 1924 εξανέμισαν κάθε ελπίδα των Ελευθεροφρόνων για εκλογική επιτυχία. Όπως και ο Χίτλερ, ο Μεταξάς δεν κατόρθωσε να ανατρέψει βίαια τη δημοκρατία στερούμενος της υποστήριξης του στρατού, ο οποίος ελεγχόταν πλέον πλήρως από τους βενιζελικούς. Ο Εθνικός Διχασμός ωστόσο δεν είχε σβήσει και η έντονη επιρροή του στρατού στην πολιτική ζωή καθιστούσε σαθρά τα θεμέλια της αβασίλευτης δημοκρατίας, υπονομεύοντας την μακροπρόθεσμη επιβίωσή της (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:29-39).

Ο Μεταξάς επέστρεψε στη χώρα το 1924 και αποδέχτηκε την αβασίλευτη δημοκρατία, μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Στις εκλογές του 1926, μετά την πτώση της δικτατορίας Πάγκαλου, το Κόμμα Ελευθεροφρόνων κατέλαβε 54 έδρες και ο Μεταξάς συμμετείχε στην οικουμενική κυβέρνηση συνεργασίας βενιζελικών και αντιβενιζελικών υπό τον Αλέξανδρο Ζαϊμη, ως Υπουργός Συγκοινωνιών. Στις εκλογές του 1928, οι οποίες υπήρξαν θρίαμβος για τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον οδήγησαν στην τελευταία πρωθυπουργική θητεία του, το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων συγκέντρωσε ασήμαντα ποσοστά και δεν κατάφερε να εκλέξει βουλευτές. Με την αβασίλευτη δημοκρατία και το Βενιζέλο να έχουν τη λαϊκή υποστήριξη και νομιμοποίηση και τους βενιζελικούς σε πλήρη έλεγχο του στρατεύματος, η αντιβενιζελική παράταξη υπέστη συντριπτική ήττα (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:48-52).

Όπως και στην περίπτωση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η οικονομική κρίση του 1929 υπήρξε η αρχή του τέλους για την αβασίλευτη δημοκρατία στην Ελλάδα. Η κρίση έπληξε τη χώρα το 1931, υπονομεύοντας αποφασιστικά την κυβέρνηση Βενιζέλου. Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε τον Μάιο του 1932 και ορίστηκαν εκλογές τον Σεπτέμβριο. Κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα (Κόμμα Φιλελευθέρων και Λαϊκό Κόμμα, με επικεφαλής τον Παναγή Τσαλδάρη) δεν κατόρθωσε να αποκτήσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Τον Νοέμβριο σχηματίστηκε αντιβενιζελική κυβέρνηση υπό τον Παναγή Τσαλδάρη, στην οποία ο Μεταξάς κατέλαβε τη θέση του Υπουργού Εσωτερικών. Αυτή ανατράπηκε τον Ιανουάριο του 1933 και νέες εκλογές έλαβαν χώρα το Μάρτιο. Η αντιβενιζελική «Ηνωμένη Αντιπολίτευση» θριάμβευσε και σχημάτισε κυβέρνηση, με την συμμετοχή του Κόμματος Ελευθεροφρόνων και του Μεταξά ως Υπουργού Εσωτερικών. Τα εκλογικά ποσοστά των Ελευθεροφρόνων ήταν ασήμαντα (μόλις 6 έδρες). Ο Εθνικός Διχασμός αναζωπυρώθηκε, με απόπειρα δολοφονίας κατά του Βενιζέλου να λαμβάνει χώρα τον Ιούλιο. Οι βενιζελικοί στρατιωτικοί και πολιτικοί ξεκίνησαν σχέδια για απόπειρα πραξικοπήματος. Ήδη υπήρχαν φήμες πως ο Μεταξάς, από κοινού με άλλους φιλοβασιλικούς, υπονόμευε τα ερείσματα των βενιζελικών στο στρατό και προετοίμαζε δικτατορία και επαναφορά της βασιλείας. Το βενιζελικό πραξικόπημα εκδηλώθηκε το Μάρτιο του 1935 και κατέληξε σε αποτυχία. Ακολούθησαν διώξεις, φυλακίσεις και εκτελέσεις βενιζελικών, εκμηδενίζοντας την επιρροή τους στο στράτευμα. Ο Βενιζέλος εγκατέλειψε τη χώρα και προκηρύχθηκαν εκλογές για την ανάδειξη Συνέλευσης με σκοπό την επαναφορά της βασιλείας. Στις εκλογές που έλαβαν χώρα τον Ιούλιο επικράτησε το Λαϊκό Κόμμα, με τα βενιζελικά κόμματα να απέχουν. Η Συνέλευση προκήρυξε δημοψήφισμα, το αργότερο μέχρι το Νοέμβριο, για τη μορφή του πολιτεύματος. Τον Οκτώβριο, η κυβέρνηση Τσαλδάρη ανατράπηκε από πραξικόπημα βασιλοφρόνων στρατιωτικών με επικεφαλής τον Γεώργιο Κονδύλη, ο οποίος ανακήρυξε την πτώση της αβασίλευτης δημοκρατίας και την επάνοδο του βασιλιά Γεωργίου Β’. Το νόθο δημοψήφισμα της 3ης Νοεμβρίου[17] επικύρωσε το τετελεσμένο γεγονός. Η αβασίλευτη δημοκρατία είχε λάβει τέλος (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:57-78).

Ο Γεώργιος με την επιστροφή του ανέτρεψε την δικτατορία Κονδύλη, διόρισε προσωρινή κυβέρνηση υπό τον Κωνσταντίνο Δεμερτζή και προκηρύχθηκαν εκλογές για τον Ιανουάριο του 1936, οι τελευταίες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Και πάλι βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί αναδείχθηκαν ισοδύναμοι, με καμία παράταξη να μην κατέχει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το Κόμμα Ελευθεροφρόνων του Μεταξά εμφάνισε ξανά πολύ περιορισμένη επιτυχία (μόλις 7 έδρες). Το ΚΚΕ απέκτησε ωστόσο 15 έδρες και κατέστη έτσι ρυθμιστής της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την κοινή αντίθεση βενιζελικών και κομμουνιστών στη βασιλεία, οδήγησε σε συμφωνία του αρχηγού του Κόμματος των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη με το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ Στυλιανό Σκλάβαινα τον Φεβρουάριο (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:78-81). Το ΚΚΕ δεσμεύτηκε να στηρίξει την υποψηφιότητα Σοφούλη για την προεδρία της Βουλής[18] και οι Φιλελεύθεροι εγγυήθηκαν, μεταξύ άλλων, την κατάργηση του «Ιδιώνυμου»[19]. Ο Σοφούλης εκλέχθηκε Πρόεδρος της Βουλής, ενώ ο Γεώργιος διόρισε και πάλι προσωρινή κυβέρνηση Δεμερτζή τον Μάρτιο. Η διαφαινόμενη αντιβασιλική συμμαχία βενιζελικών και κομμουνιστών προκάλεσε έντονη ανησυχία στο θρόνο και το στρατό, με τον Γεώργιο να διορίζει τον Μεταξά Υπουργό Στρατιωτικών για να ελέγξει την κατάσταση. Η προσέγγιση Φιλελεύθερων και ΚΚΕ επέτρεψε στο τελευταίο να έρθει σε επαφή, να αυξήσει την επιρροή του και να αποκτήσει σημαντικά ερείσματα στα κατώτερα στρώματα, ειδικά στους πρόσφυγες, στα οποία μέχρι τότε κυριαρχούσαν οι βενιζελικοί. Σημαντικός αριθμός βενιζελικών οπαδών της αβασίλευτης δημοκρατίας, προερχομένων από κατώτερα κοινωνικά στρώματα, είχε αρχίσει να διαρρέει σταδιακά στην αριστερά, καθώς η ηγεσία των Φιλελευθέρων φαινόταν να είχε συμβιβαστεί με τη νέα κατάσταση, μετά από παρέμβαση του ίδιου του Βενιζέλου υπέρ του συμβιβασμού με τους φιλοβασιλικούς. Σε αυτό συνέβαλε και η κοινωνικοοικονομική κρίση, η οποία, όπως και σε άλλα κράτη, προκάλεσε έντονη αμφισβήτηση της αστικής ηγεμονίας (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017: 441-448).

Οι πολιτικές δυνάμεις εξακολουθούσαν να είναι εγκλωβισμένες στο κοινοβουλευτικό αδιέξοδο. Μετά τη νέα αποτυχία των δύο μεγάλων κομμάτων να σχηματίσουν κυβέρνηση συνεργασίας και το θάνατο του Δεμερτζή, με τη χώρα να βρίσκεται σε αναβρασμό λόγω αυξανόμενων απεργιών και διαδηλώσεων, ο Γεώργιος διόρισε τον Μεταξά πρωθυπουργό τον Απρίλιο, κίνηση που αποδέχτηκε η πλειοψηφία της Βουλής, η οποία διέκοψε τις εργασίες της για πέντε μήνες. Τον Μάιο πέθανε και ο ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος Παναγής Τσαλδάρης. Η κοινωνική κρίση και αναταραχή επιδεινώνονταν διαρκώς, με αιματηρά επεισόδια να λαμβάνουν χώρα στη Θεσσαλονίκη στις 9 Μαϊου, μετά από τη βίαιη καταστολή απεργιών των εργατών από την Χωροφυλακή (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:82-83). Προειδοποιώντας για κίνδυνο κομμουνιστικής εξέγερσης, ο Μεταξάς ξεκίνησε τις προετοιμασίες για την επιβολή δικτατορίας, σε συνεννόηση με τον Γεώργιο. Η δικτατορία του Μεταξά τελικά επιβλήθηκε στις 4 Αυγούστου 1936, παραμονή γενικής απεργίας, με την πλήρη ανοχή και συγκατάθεση του βασιλιά και την απουσία διαμαρτυρίας από τα κόμματα (Κολιόπουλος, Ι., 2001:360). Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η διεθνής κατάσταση, με την επιθετικότητα της ναζιστικής Γερμανίας και την όξυνση του ανταγωνισμού Μεγάλης Βρετανίας-Ιταλίας στη Μεσόγειο. Ένα αυταρχικό καθεστώς, εξαρτώμενο από τον βασιλιά, αποτελούσε εξασφάλιση της πρόσδεσης της Ελλάδας στο βρετανικό άρμα, δεδομένου πως ο θρόνος λειτουργούσε παραδοσιακά ως εγγυητής της επιρροής των Μεγάλων Δυνάμεων, ειδικά της Βρετανίας, στην Ελλάδα (Τσιριγώτης, Δ., 2013:399).

2.3 Τα τρία πρώτα στάδια: Σύγκριση των δύο καθεστώτων

Εξετάσαμε προηγουμένως την εξέλιξη των δύο περιπτώσεων, από τις απαρχές τους ως πρώιμα φασιστικά κινήματα έως την κατάληψη της εξουσίας. Το πρώτο και το τρίτο στάδιο είναι οπωσδήποτε κοινά, ή τουλάχιστον παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες: Τόσο το πρώιμο NSDAP (αρχικά DAP) όσο και οι οργανωμένοι από τον Μεταξά Επίστρατοι υπήρξαν κινήματα που συνδύαζαν τον εθνικισμό, την εναντίωση στην φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία και μια όχι ιδιαίτερα συγκροτημένη ιδεολογικά αλλά καθαρά διαφαινόμενη εχθρότητα στο καπιταλιστικό σύστημα, ή τουλάχιστον στην φιλελεύθερη εκδοχή του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η απέχθεια των Επίστρατων για την αστική τάξη και τους εύπορους εμπόρους, των συμφερόντων των οποίων ο Βενιζέλος υπήρξε πολιτικός εκφραστής και τα «25 Σημεία» του NSDAP. Οι Εμπορικοί Σύλλογοι ήταν εκ των κυριότερων στόχων των επιθέσεων και λεηλασιών των Επίστρατων κατά τα Νοεμβριανά και μετέπειτα (Μαυρογορδάτος, Γ., 2015:244-245). Τα «25 Σημεία», δημοσιευμένα το 1920, αποτελούν το πρώιμο πολιτικό πρόγραμμα του NSDAP και συμπεριλαμβάνουν προτάσεις όπως κατάργηση του «μη εργασιακά αποκτημένου εισοδήματος», εθνικοποίηση της βιομηχανίας και δίκαιη διανομή των κερδών των μεγάλων επιχειρήσεων[20]. Ομοιότητα εμφανίζουν επίσης και στο τρίτο στάδιο, την κατάληψη της εξουσίας. Τόσο ο Χίτλερ, όσο και ο Μεταξάς «παρέλαβαν» την εξουσία από τον επικεφαλής του κράτους (Χίντενμπουργκ, Γεώργιος Β’) και με τη συγκατάθεση των πολιτικών και οικονομικών ελίτ, υπό συνθήκες κοινοβουλευτικού αδιεξόδου και κοινωνικοοικονομικής αναταραχής και με το φόβο ενός διαρκώς ενισχυόμενου κομμουνιστικού κινδύνου.

Η διαφορά-κλειδί ωστόσο βρίσκεται στο δεύτερο στάδιο. Ο Χίτλερ κατάφερε να δημιουργήσει ένα μαζικό λαϊκό κίνημα και να καταστεί δημοφιλέστατος σε μεγάλο τμήμα του γερμανικού πληθυσμού (αν και ποτέ δεν κέρδισε κοινοβουλευτική πλειοψηφία). Η δημοτικότητα του Χίτλερ και η υποταγή του στρατού σε αυτόν του επέτρεψαν να ανελιχθεί στην ανώτατη και απεριόριστη εξουσία, μέσω της ανακήρυξής του σε «Φύρερ», και τον κατέστησαν άτρωτο σε κάθε προσπάθεια ελέγχου ή ανατροπής του. Ο Χίτλερ ενίσχυσε περαιτέρω τον έλεγχό του επί του στρατεύματος με τον διορισμό ναζιστών σε καίριες θέσεις και τη δημιουργία εκτεταμένων παραστρατιωτικών οργανώσεων, με κυριότερα τα Ες-Ες (Weiss, J., 2009:211). Το Κόμμα Ελευθεροφρόνων του Μεταξά από την άλλη πλευρά ποτέ δεν κατόρθωσε να εξελιχθεί σε μαζικό κίνημα και τα ποσοστά του στις εκλογικές αναμετρήσεις από το 1928 έως το 1936 ήταν, όπως είδαμε, ασήμαντα. Το γεγονός αυτό, η απουσία ενός μαζικού φασιστικού κινήματος, κατέστησε τον Μεταξά εξαρτώμενο από το βασιλιά Γεώργιο, από τον οποίο του δόθηκε η εξουσία. Ο Μεταξάς επιχείρησε να αναπληρώσει αυτό το κενό με τη δημιουργία της Εθνικής Οργάνωσης της Νεολαίας (ΕΟΝ). Αλλά όπως διερωτάται εύστοχα ο Γ. Μαυρογορδάτος, «είναι ποτέ δυνατόν να γεννηθεί εκ του μηδενός αυθεντικό φασιστικό κίνημα διά νόμου;» (Μαυρογορδάτος, Γ., 2017:84) Ο στρατός επίσης βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Γεωργίου, μετά το αποτυχημένο βενιζελικό πραξικόπημα του 1935 (Κολιόπουλος, I., 2001:360). Ο Μεταξάς επομένως παρέμεινε, από τη δημιουργία των Επίστρατων έως και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, δέσμιος της μοναρχίας και πολιτικά εξαρτώμενος από τον βασιλιά.

Κατά συνέπεια, παρά τις ομοιότητες που παρουσίασαν τα δύο καθεστώτα και κατά το τέταρτο στάδιο, την άσκηση της εξουσίας (χαρακτηριστικά, η ανηλεής δίωξη πολιτικών αντιπάλων, ιδίως των κομμουνιστών, η έντονη χρήση της προπαγάνδας και η προσπάθεια ελέγχου της εργατικής οργάνωσης[21]), το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς χαρακτηριζόταν από τη συγκέντρωση της εξουσίας στο πρόσωπο του Χίτλερ και την πλήρη απουσία άλλων πόλων πολιτικής ισχύος, ενώ το καθεστώς Μεταξά, ελλείψει ενός μαζικού λαϊκού κινήματος, «παρέκαμψε» το δεύτερο στάδιο και ως εκ τούτου ήταν εξαρτημένο από το θρόνο, συνεπώς εξαιρετικά περιορισμένο ως προς τη δυνατότητα μετεξέλιξής του σε πραγματικό ολοκληρωτικό κράτος. Στο τελευταίο μέρος, θα εξεταστεί η σχέση εξωτερικής πολιτικής-ιδεολογίας των δύο κρατών και πως ο διαφορετικός βαθμός ελέγχου της εξουσίας από τα δύο φασιστικά κινήματα, που είδαμε παραπάνω, επηρέασε την σχέση αυτή καθώς προχωράμε στο πέμπτο στάδιο, την ριζοσπαστικοποίηση ή μη του καθεστώτος.

3. Η εξωτερική πολιτική των δύο καθεστώτων
Πριν αναλυθεί η εξωτερική πολιτική του γερμανικού εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος και του καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά, είναι απαραίτητο να αναφερθεί το ιστορικό πλαίσιο διαμόρφωσης των απόψεων και ιδεών τόσο του Χίτλερ, όσο και του Μεταξά. Η ανάλυση του ιστορικού αυτού πλαισίου είναι αναγκαία για την καλύτερη κατανόηση της αλληλεπίδρασης εξωτερικής πολιτικής-ιδεολογίας. Οι ιδέες άλλωστε, δεν προκύπτουν εκ του μηδενός, μέσα σε ένα καθαρά ιδεατό-πνευματικό πλαίσιο, αλλά διαμορφώνονται από τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, τις οποίες με τη σειρά τους επηρεάζουν.

3.1 Η εθνικοσοσιαλιστική εξωτερική πολιτική: Διαμόρφωση και στόχοι
3.1.1 Κοινωνικό πλαίσιο και συνθήκες διαμόρφωσης των απόψεων περί εξωτερικής πολιτικής του Χίτλερ

Όπως είδαμε παραπάνω, ο Χίτλερ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αυστρία, όπου και έμεινε μέχρι το 1913, όταν εγκαταστάθηκε στο Μόναχο. Η αυτοκρατορία των Αψβούργων χαρακτηριζόταν από τη κυριαρχία μιας γερμανικής ελίτ στον πολυεθνοτικό πληθυσμό, ο οποίος σε σημαντικότατο ποσοστό αποτελούνταν από Σλάβους. Η εκβιομηχάνιση και η άνοδος του εθνικισμού στα τέλη του 19ου αιώνα είχαν δραματικές συνέπειες για την αυτοκρατορία και θα οδηγούσαν μακροπρόθεσμα στη διάλυση της. Η αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των Σλάβων αποσταθεροποιούσε τα θεμέλια της γερμανικής κυριαρχίας και η μαζική μετακίνηση των σλαβικών πληθυσμών της υπαίθρου προς τις πόλεις, λόγω της εκβιομηχάνισης και του εκσυγχρονισμού της οικονομίας, όξυνε τον οικονομικό ανταγωνισμό Σλάβων και Γερμανών. Η κυβερνώσα ελίτ αδυνατούσε να αντιδράσει αποτελεσματικά, όντας παγιδευμένη στις αντιφάσεις της αυτοκρατορικής δομής του κράτους, που όλο και περισσότερο αποτελούσε αναχρονισμό σε μια Ευρώπη που όδευε προς την κυριαρχία των εθνών-κρατών. 

Aπό τον Γιάννη Χουλιάρα, ερευνητή της ομάδας «Πολιτική & Διεθνείς Σχέσεις» της SAFIA

Συνεχίστε την ανάγνωση στο www.safia.gr

 

0 σχόλια

Τα στοιχεία σας είναι ασφαλή! Το email σας δεν δημοσιεύεται...
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά.

"Άνδρας και πατριώτης"

Ήταν έντιμος και πέθανε δίχως να κληροδοτήσει χρήματα στους απογόνους του, ενώ ο αδελφός του απασχολούνταν ως εργάτης, χωρίς να επικαλείται το όνομα του αδελφού του. Προς το τέλος της ζωής του, καταβεβλημένος από αλλεπάλληλα καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια, ενώ έπασχε από φυματίωση, κατοικούσε στο Μετς, ...

Διαβάστε περισσότερα

«Φέρμελη», μια νέα ματιά στην ιστορία των Ευζώνων

Εύζωνες (από ευ + ζώννυμι, καλά ζωσμένος). Ισχυρός ο συμβολισμός, αλλά περιορισμένη η γνώση του κοινού. Η εικαστικός Λίζα Πενθερουδάκη παρουσίασε πρόσφατα σε δημόσια εκδήλωση μια νέα πρωτοβουλία με αντικείμενο, έμπνευση και αφετηρία τους Εύζωνες. Η «Φέρμελη», το όνομα της μη κερδοσκοπικής εταιρείας, φιλοδοξεί να ...

Διαβάστε περισσότερα

Τριάντα χρόνια από την δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη

Τριάντα χρόνια από την άνανδρη δολοφονία του από τις σφαίρες των δολοφόνων της 17Ν. Η οικογένειά του- με συγκινητικά μηνύματα- τίμησε την μνήμη του, ενώ ανακοίνωση εξέδωσε και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία. Η ανάρτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη30 χρόνια χωρίς τον Παύλο Μπακογιάννη, ...

Διαβάστε περισσότερα

Η 11η Σεπτεμβρίου στην ιστορία σε αριθμούς

Δεκαεννέα άντρες καταλαμβάνουν τέσσερα αμερικανικά αεροπλάνα τα οποία κατευθύνονται σε προορισμούς στη δυτική ακτή των ΗΠΑ. Ρίχνουν δύο στους δίδυμους πύργους του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου στη Νέα Υόρκη, ένα στην Ουάσινγκτον και ένα πέφτει στην Πενσιλβάνια, όταν οι επιβάτες επιτίθενται στους αεροπειρατές. Συνολικά 2.977 άνθρωποι πεθαίνουν ...

Διαβάστε περισσότερα

Το Γενέθλιον της Παναγίας και η “σιγή” των Ευαγγελίων

Λίγες ημέρες μετά την έναρξη του εκκλησιαστικού έτους, στις 08 Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία πανηγυρίζει «το Γενέθλιον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας». Για το γεγονός αυτό τα ιερά Ευαγγέλια σιγούν. Η ίδια σιγή, άλλωστε, απλώνεται γύρω από το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της ...

Διαβάστε περισσότερα

Άγιος Φανούριος: Η ιστορία, οι θρύλοι, τα θαύματα και η φανουρόπιτα

  Άγιος Φανούριος: Στις 27 Αυγούστου η εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Φανουρίου του Μεγαλομάρτυρα. Κατά το έθιμο σε πολλά σπίτια οι νοικοκυρές φτιάχνουν φανουρόπιτες. Ποιος ήταν όμως ο Αγιος Φανούριος και τι συμβολίζει η παραδοσιακή φανουρόπιτα; Ο Αγιος Φανούριος, έζησε στα Ρωμαϊκά χρόνια και συγκρούστηκε ...

Διαβάστε περισσότερα

Ιστορίες για γέλια και για κλάματα

Αφηγείται ο Παναγιώτης Νικολόπουλος , προπονητής επί 25 χρόνια αφιλοκερδώς στα παιδικά τμήματα ποδοσφαίρου του Γυμναστικού Συλλόγου Καισαριανής ( πρώην Αετός ). Σάββατο πρωί και εμείς στο παιχνίδι του Γ.Σ.Καισαριανής με το Παγκράτι.Έρχεται ο πρόεδρος της ομάδας Ιωάννης Παναγιωταράς και μου λέει:"Ο διαιτητής είναι από τον ...

Διαβάστε περισσότερα

29 ΜΑΙΟΥ. Αγία Υπομονή, η αυτοκράτειρα που έγινε μοναχή και προστάτιδα των φτωχών

Η Αγία Υπομονή, κατά κόσμον Ελένη Δραγάση – Παλαιολόγου, ήταν κόρη του Σέρβου δεσπότη Κωνσταντίνου Δραγάση και σύζυγος του βυζαντινού αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου.Ως αυτοκράτειρα, επέδειξε συνέπεια, δικαιοσύνη και μεγάλη υπομονή. Με τον σύζυγο της προσπάθησαν να βρουν τρόπους σωτηρίας του Βυζαντίου καθώς και συμμάχους για ...

Διαβάστε περισσότερα

Λέσβος: Αρχαιολογική ανακάλυψη μίας ανθρώπινης τραγωδίας 28 αιώνων

Μία τραγωδία που συνέβη την εποχή του Ομήρου (750-700 π.Χ.) ήρθε στο φως σε σωστική ανασκαφή στο Ιππείο της Λέσβου. Το πτώμα μίας νεκρής γυναίκας (πιθανώς της αρχόντισσας του Ιππείου), η οποία πέθανε με βίαιο τρόπο, ανακαλύφθηκε σε τάφο εντός φρεατίου. Οι εργασίες, σύμφωνα με τον ...

Διαβάστε περισσότερα

Η αφρικανική σκόνη δεν είναι «αθώα»: Ποιες είναι οι επιπτώσεις στην υγεία

Το φαινόμενο μεταφοράς αφρικανικής σκόνης είναι γνωστό για την «εξωτική», συχνά κιτρινωπή, θολούρα που δημιουργεί στο περιβάλλον. Παρά ταύτα, έχει πολλές, αρκετά σοβαρές, επιπτώσεις που μεγάλο τμήμα του πληθυσμού αγνοεί. Σύμφωνα με το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, το φαινόμενο της ερημικής – αφρικανικής σκόνης, που αναμένεται να ...

Διαβάστε περισσότερα

Τα αρώματα των αρχαίων Ελλήνων

Το πρώτο άρωμα, το «Ρόδο της Αφροδίτης», εμπνευσμένο από την επιβλητική μορφή και ανυπέρβλητη γοητεία της Θεάς που έγινε συνώνυμο της αιώνιας ομορφιάς, χάρισε μία μοναδική αισθητηριακή αναβίωση του αρχαίου κόσμου στο πλαίσιο της περιοδικής έκθεσης «Οι αμέτρητες όψεις του Ωραίου» του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου ...

Διαβάστε περισσότερα

Φασισμός και Εξωτερική Πολιτική-Του Γιάννη Χουλιάρα

Η παρούσα εργασία εστιάζει στο ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στον φασισμό και την κρατική εξωτερική πολιτική, με σκοπό να συμπεραθεί το αν υπάρχει ή όχι κάποια γενική αρχή της εξωτερικής πολιτικής των φασιστικών καθεστώτων. Εξετάζονται συγκριτικά οι περιπτώσεις δύο κρατών της περιόδου του Μεσοπολέμου, του ...

Διαβάστε περισσότερα

Χώροι λατρείας των Ελληνορθόδοξων της Ανατολ. Θράκης,πριν την μεγάλη Έξοδο

Ο Μιχάλης Ε. Πατέλης, είναι ένας σημαντικός συλλέκτης, που στα συρτάρια του συνωστίζονται, έγγραφα, φωτογραφίες, αντικείμενα και κάθε είδους πολύτιμο συλλεκτικό πετράδι της ιστορίας της Θράκης. Ο Πατέλης, άνθρωπος φιλότιμος, συνεισφέρει σε όσους πραγματοποιούν εκθέσεις για τη Θράκη ό,τι του ζητηθεί, ώστε να εκτίθενται κομμάτια ...

Διαβάστε περισσότερα

Η "ωραία Ελένη" της Επανάστασης του 21-Του Παντελή Στεφ.Αθανασιάδη

Στην Επανάσταση του 1821, υπήρξαν σημαντικές γυναίκες σύζυγοι, μάνες ή ερωμένες, που στήριζαν με τον τρόπο τους, ποικιλότροπα τους αγωνιστές. Συνηθίζουμε να λέμε, πως πίσω από κάθε σπουδαίο άνδρα, κρύβεται μια εξίσου σπουδαία γυναίκα. Και αυτό επαληθεύθηκε, κατά τη διάρκεια της Εθνεγερσίας. Μια τέτοια γυναίκα, ...

Διαβάστε περισσότερα

Ο Φιλικός Αθανάσιος Ζαρείφης, που τον κήδεψαν με ελεημοσύνη-Του Παντελή Στεφ. Αθανασιάδη

Στη χώρα μας, συχνά απαντάται το φαινόμενο, άνθρωποι που πρόσφεραν τα πάντα για την πατρίδα, περιουσία και σωματική ακεραιότητα, να πεθαίνουν στη ψάθα πάμπτωχοι και αγνοημένοι, χωρίς καν η οικογένειά τους να έχει ακόμα και τα έξοδα κηδείας. Αυτό το φαινόμενο, ήταν έντονο μετά την ...

Διαβάστε περισσότερα

Ντοκουμέντο: Οι απώλειες Ελλήνων και Τούρκων στην Επανάσταση του 1821

Εν έτει 1973 ένας συνταξιούχος ρώτησε τους υπευθύνους του περιοδικού «Ιστορία» τα εξής: « Πόσοι αγωνισταί , κατά κατηγορίας ( αρχηγοί, οπλαρχηγοί, καπεταναίοι, απλοί στρατιώτες ) και πόσοι από τον άμαχο πληθυσμό σκοτώθηκαν, εξαφανίστηκαν αιχμαλωτίστηκαν πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα κλπ σε όλη τη διάρκεια του αγώνος ...

Διαβάστε περισσότερα

Οι τελευταίες ώρες του Γέρου του Μοριά

Στις 13 Νοεμβρίου 1838 ο σχεδόν 70χρονος Κολοκοτρώνης μίλησε στην Πνύκα προς τους μαθητές του Γυμνασίου της πρωτεύουσας. Η κυβέρνηση, όταν έμαθε για τις προθέσεις του Γέρου, φοβήθηκε μήπως από τα λεγόμενά του ξεσηκωθεί ο κόσμος. Έστειλε λοιπόν ένα απόσπασμα χωροφυλακής για να τον εμποδίσει. ...

Διαβάστε περισσότερα

Η τραγική μοίρα των παιδιών του Αϊνστάιν

Όσο ριζοσπαστικές και καινοτόμες ήταν οι ιδέες και οι ανακαλύψεις του Άλμπερτ Αϊνστάιν τόσο επεισοδιακή και ασταθής ήταν η προσωπική του ζωή. Κατά γενική ομολογία, ήταν ένας άνθρωπος με ιδιοτροπίες και παραξενιές. Δυστυχώς, οι μεγαλύτεροι αποδέκτες της ιδιορρυθμίας του ήταν τα ίδια του τα ...

Διαβάστε περισσότερα

Η ωραία κοιμωμένη της Σικελίας. Μούμια δίχρονου κοριτσιού από το 1920, ανοιγοκλείνει τα μάτια της!

Στις κατακόμβες της Σικελίας υπάρχει ένα γυάλινο φέρετρο. Μέσα κείτεται το άψυχο σώμα ενός 2χρονου κοριτσιού, ονόματι Ροζαλία Λομπάρντο. Πέθανε σχεδόν έναν αιώνα πριν, το 1920, αλλά η αγγελική ομορφιά της δεν έχει αλλοιωθεί απ’ το χρόνο. Η ιστορία της είναι πολύ απλή. Το κοριτσάκι ...

Διαβάστε περισσότερα

Αμέλια Ερχαρτ: Βρέθηκε φιλμ που μπορεί να λύσει το μυστήριο της εξαφάνισης, 80 χρόνια μετά

Το κλειδί του μυστηρίου της εξαφάνισης της θρυλικής Αμερικανίδας αεροπόρου, Αμέλια Έρχαρτ, ίσως κρατά ένα φιλμ 16mm που εντοπίστηκε πρόσφατα. Η Έρχαρτ είχε ήδη γράψει ιστορία το 1932 όταν έγινε η πρώτη γυναίκα που διέσχισε μόνη της τον Ατλαντικό ωκεανό, αλλά πέντε χρόνια αργότερα, στις 2 ...

Διαβάστε περισσότερα

Βασίλισσα Άννα: H αληθινή ιστορία της εκκεντρικής βασίλισσας που ενέπνευσε τον Γιώργο Λάνθιμo

H τελευταία της Δυναστείας των Στιούαρτ, η Άννα Στιούαρτ, γεννήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου του 1665. Ήταν η μικρότερη κόρη της Άννας Χάιντ και του Ιακώβου Δούκα του Γιορκ, (του δεύτερου γιου, ενός αμφιλεγόμενου βασιλιά), και, υπό κανονικές συνθήκες, δεν θα γινόταν ποτέ βασίλισσα. Από ένα παράδοξο ...

Διαβάστε περισσότερα

Μάικλ Ροκφέλερ. Ο γόνος της ζάπλουτης οικογένειας που τον έφαγαν ιθαγενείς κανίβαλοι για εκδίκηση

Στις 19 Νοεμβρίου του 1961, ο γιος και κληρονόμος της τεράστιας περιουσίας των Νεοϋορκέζων Ροκφέλερ, Μάικλ, κρεμόταν από ένα αναποδογυρισμένο καταμαράν στα ανοιχτά της Νέας Γουινέας. Μαζί του ήταν ο Ολλανδός ανθρωπολόγος, Ρενέ Γουάσνικ. Οι δύο άντρες είχαν περάσει τη νύχτα μεσοπέλαγα, περιμένοντας βοήθεια.Η εξαφάνιση ...

Διαβάστε περισσότερα

Μάργκαρετ Κάμπελ –H «βρώμικη δούκισσα» με τους 88 εραστές

Έγινε γνωστή ως η «βρώμικη δούκισσα» με τον σύζυγό της να την κατηγορεί πως είχε κοιμηθεί με 88 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων πολιτικών και μελών της βασιλικής οικογένειας. Ο λόγος για την Μάργκαρετ Κάμπελ, δούκισσα του Αργκίλ. Φορώντας τίποτε άλλο παρά μόνο ένα μαργαριταρένιο κολιέ, η δούκισσα πόζαρε ...

Διαβάστε περισσότερα