Ελληνοτουρκικός γλωσσικός αχταρμάς

Special Report
1 Ιουνίου 2018 10:18:00

Περισσότερες από 300 τουρκικές λέξεις ευρείας χρήσεως χρησιμοποιούμε σήμερα στην Ελλάδα κι αν συνεχίσουν τα ΜΜΕ να αναμεταδίδουν τα διαγγέλματα Ερντογάν, θα γίνουν πολύ περισσότερες . Εκατοντάδες και οι ελληνικές λέξεις που χρησιμοποιούν οι Τούρκοι. Να δούμε πρώτα τις τουρκικές που έμειναν στη χώρα μας από την εποχή της τουρκοκρατίας.

ΓΙΑΟΥΡΤΙ (πηγμένο γάλα),

ΚΑΡΠΟΥΖΙ (υδροπέπων),

ΜΕΝΕΞΕΣ (εύοσμο λουλούδι),

ΣΟΥΓΙΑΣ (μαχαιράκι),

ΤΕΝΕΚΕΣ (δοχείο),

ΦΛΙΤΖΑΝΙ (κύπελλο),

ΤΣΕΠΗ (θυλάκιο),

ΤΑΒΑΝΙ (οροφή),

ΤΖΑΚΙ (παραγώνι),

ΚΑΙΚΙ (βάρκα),

ΜΕΛΤΕΜΙ (άνεμος ετησίας),

ΜΑΝΑΒΗΣ (οπωροπώλης),

ΜΠΑΚΑΛΗΣ (παντοπώλης),

ΓΛΕΝΤΙ (διασκέδαση),

ΚΑΒΓΑΣ (φιλονικία),

ΚΕΦΙ (ευδιαθεσία),

ΧΑΤΙΡΙ (χάρη),

ΝΤΕΡΤΙ (καημός),

ΝΤΑΒΑΝΤΟΥΡΙ (σύγχυση),

ΤΣΙΜΠΟΥΚΙ (καπνοσύριγγα),

ΧΑΣΑΠΙΚΟ (κρεοπωλείο),

ΝΤΟΥΛΑΠΙ (ιματιοθήκη),

ΔΕΡΒΕΝΙ (κλεισούρα),

ΜΠΑΙΡΑΚΙ (σημαία),

ΤΣΟΜΠΑΝΗΣ (βοσκός-ποιμένας),

ΓΙΛΕΚΟ (περιθωράκιον),

ΧΑΜΠΑΡΙΑ (αγγελία-νέα),

ΓΙΑΠΙ (οικοδομή),

ΓΙΑΚΑΣ (περιλαίμιο),

ΓΙΑΡΜΑΣ (ροδάκινο),

ΓΙΝΑΤΙ (πείσμα),

ΓΙΟΥΡΟΥΣΙ (επίθεση),

ΓΚΕΜΙ (χαλινάρι),

ΓΟΥΡΙ (τύχη),

ΓΡΟΥΣΟΥΖΗΣ (κακότυχος),

ΓΚΑΙΝΤΑ (άσκαυλος),

ΕΡΓΕΝΗΣ (άγαμος),

ΖΑΜΑΝΙΑ (μεγάλο χρονικό διάστημα),

ΖΑΡΖΑΒΑΤΙΚΑ (λαχανικά),

ΖΟΡΙ (δυσκολία),

ΖΟΥΜΠΟΥΛΙ (υάκινθος),

ΚΑΒΟΥΚΙ (καύκαλο),

ΚΑΒΟΥΡΔΙΖΩ(φρυγανίζω-ξεροψήνω),

ΚΑΖΑΝΙ (λέβητας),

ΚΑΣΜΑΣ (αξίνα-σκαπάνη),

ΚΑΛΕΜΙ (γραφίδα),

ΚΑΛΟΥΠΙ (μήτρα-πρότυπο),

ΚΑΛΠΙΚΟΣ (κίβδηλος),

ΚΑΠΑΚΙ (σκέπασμα- κάλυμμα),

ΚΑΡΑΟΥΛΙ (φρουρά-σκοπιά),

ΚΟΥΒΑΣ (κάδος-αγγείο),

ΝΤΙΠ ΓΙΑ ΝΤΙΠ (ολωσδιόλου),

ΚΑΤΣΙΚΑ (ερίφι-γίδα),

ΚΕΛΕΠΟΥΡΙ (ανέλπιστο εύρημα),

ΚΙΜΑΣ (ψιλοκομμένο κρέας),

ΚΙΟΣΚΙ (περίπτερο),

ΚΟΛΑΙ (ευκολία-άνεση),

ΚΟΛΑΟΥΖΟΣ (οδηγός),

ΚΟΠΙΤΣΑ (πόρπη),

ΚΟΤΖΑΜ (τεράστιος-πελώριος),

ΚΟΤΣΑΝΙ (μίσχος),

ΚΑΦΑΣΙ (κιβώτιο),

ΚΟΤΣΙ (αστράγαλος),

ΚΟΥΒΑΡΝΤΑΣ (γενναιόδωρος-ανοιχτοχέρης),

ΚΟΥΜΠΑΡΑΣ (δοχείο χρημάτων),

ΚΟΥΣΟΥΡΙ (ελάττωμα-μειονέκτημα),

ΚΟΥΤΟΥΡΟΥ (ασύνετα-απερίσκεπτα),

ΛΑΓΟΥΜΙ (υπόνομος-οχετός),

ΛΑΠΑΣ (χυλός),

ΛΕΒΕΝΤΗΣ (ανδρείος-ευσταλής),

ΛΕΚΕΣ (κηλίδα),

ΛΕΛΕΚΙ (πελαργός),

ΛΟΥΚΙ (υδροσωλήνας),

ΜΑΓΙΑ (προζύμη-ζυθοζύμη),

ΜΑΓΚΑΛΙ (πύραυνο),

ΜΑΓΚΟΥΦΗΣ (έρημος),

ΜΑΙΝΤΑΝΟΣ (πετροσέλινο-μακεδονίσι),

ΜΑΝΤΖΟΥΝΙ (φάρμακο),

ΜΑΟΥΝΑ (φορτηγίδα),

ΜΑΡΑΖΙ (φθίση),

ΜΑΡΑΦΕΤΙ (μικρό εργαλείο),

ΜΑΣΟΥΡΙ(μικρό ξύλο),

ΜΑΧΑΛΑΣ (συνοικία),

ΜΕΖΕΣ (ορεκτικά),

ΜΕΝΤΕΣΕΣ (στρόφιγγα),

ΜΕΡΑΚΙ (πόθος),

ΜΕΡΕΜΕΤΙ (επισκευή-επιδιόρθωση),

ΜΟΥΣΑΜΑΣ (κερωμένο-αδιάβροχο ύφασμα),

ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ(φιλοξενούμενος-επισκέπτης),

ΜΠΑΓΙΑΤΙΚΟ (μη νωπό),

ΜΠΑΓΛΑΡΩΝΩ (δένω-φυλακίζω),

ΜΠΑΛΤΑΣ (πελέκι),

ΜΠΑΜΙΑ (ιβίσκος ο εδώδιμος),

ΜΠΑΜΠΑΣ (πατέρας),

ΜΠΑΜΠΑΛΗΣ(ο πολύ γέρος),

ΜΠΑΞΕΣ (περιβόλι-κήπος),

ΜΠΑΡΟΥΤΙ (πυρίτιδα),

ΜΠΑΤΖΑΚΙ (κνήμη-σκέλη),

ΜΠΑΤΖΑΝΑΚΗΣ (σύγαμπρος-συννυφάδα),

ΜΠΑΤΙΡΙΣΑ(πτωχεύω-χρεοκοπώ),

ΜΠΑΧΑΡΙΚΟ (αρωματικό άρτυμα),

ΜΠΕΚΡΗΣ (μέθυσος),

ΜΠΕΛΑΣ(ενόχληση),

ΜΠΟΓΙΑ (βαφή-χρώμα),

ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ (ελαιοχρωματιστής)

ΜΠΟΙ (ανάστημα-ύψος),

ΜΠΟΛΙΚΟΣ (άφθονος),

ΜΠΟΣΤΑΝΙ (λαχανόκηπος),

ΜΠΟΣΙΚΟΣ (χαλαρός),

ΜΠΟΥΖΙ (πάγος-ψύχρα),

ΜΠΟΥΛΟΥΚΙ (στίφος-άτακτο πλήθος),

ΜΠΟΥΛΟΥΚΟΣ (καλοθρεμμένος-παχουλός),

ΜΠΟΥΝΤΑΛΑΣ (κουτός-ανόητος),

ΜΠΟΥΝΤΡΟΥΜΙ (φυλακή),

ΜΠΟΥΡΙ (καπνοσωλήνας),

ΜΠΟΡΑ (καταιγίδα)

ΜΠΟΥΤΙ (μηρός),

ΜΠΟΥΧΤΙΣΜΑ (κορεσμός),

ΝΑΖΙ (κάμωμα-φιλαρέσκεια),

ΝΤΑΜΑΡΙ (φλέβα-λατομείο),

ΝΤΑΜΠΛΑΣ (αποπληξία),

ΝΤΑΝΤΑ (παραμάνα-τροφός),

ΝΤΑΡΑΒΕΡΙ (συναλλαγή-αγοραπωλησία),

ΝΤΕΛΑΛΗΣ (διαλαλητής),

ΝΤΕΛΗΣ (παράφρονας),

ΝΤΙΒΑΝΙ (κρεβάτι),

ΝΤΟΥΒΑΡΙ (τοίχος),

ΝΤΟΥΜΑΝΙ (καταχνιά-καπνός),

ΝΤΟΥΝΙΑΣ (κόσμος-ανθρωπότητα),

ΠΑΖΑΡΙ (αγορά-διαπραγμάτευση),

ΠΑΝΤΖΑΡΙ (κοκκινογούλι-τεύτλο),

ΠΑΤΖΟΥΡΙ (παραθυρόφυλλο),

ΠΑΠΟΥΤΣΙ (υπόδημα),

ΠΕΡΒΑΖΙ (πλαίσιο θυρών),

ΠΙΛΑΦΙ (ρύζι),

ΡΑΧΑΤΙ (ησυχία)

ΣΑΚΑΤΗΣ (ανάπηρος),

ΣΑΜΑΤΑΣ (θόρυβος),

ΣΕΝΤΟΥΚΙ (κιβώτιο),

ΣΕΡΤΙΚΟ (τσουχτερό, βαρύ),

ΣΙΝΑΦΙ (συντεχνία, κοινωνική τάξη),

ΣΙΝΤΡΙΒΑΝΙ(πίδακας),

ΣΙΡΟΠΙ (πυκνόρρευστο διάλυμα ζάχαρης),

ΣΑΙΝΙ (ευφυής),

ΡΑΚΙ (τσικουδιά, τσίπουρο),

ΡΟΥΣΦΕΤΙ (χαριστική εξυπηρέτηση),

ΣΟΒΑΣ (ασβεστοκονίαμα),

ΣΟΙ (καταγωγή-γένος),

ΣΟΚΑΚΙ (δρόμος),

ΣΟΜΠΑ (θερμάστρα),

ΣΟΥΛΟΥΠΙ (μορφή-σχήμα),

ΤΑΜΠΛΑΣ (αποπληξία-συγκοπή),

ΤΑΠΙ (χωρίς χρήματα),

ΤΑΡΑΜΑΣ (αυγοτάραχο),

ΤΑΣΑΚΙ (σταχτοδοχείο),

ΤΑΧΙΝΙ (αλεσμένο σουσάμι),

ΤΑΨΙ (μαγειρικό σκεύος),

ΤΕΚΕΣ (καταγώγιο),

TΕΜΠΕΛΗΣ (οκνηρός-ακαμάτης),

ΤΕΡΤΙΠΙ (τέχνασμα-απάτη),

ΤΕΦΑΡΙΚΙ (εκλεκτό-αριστούργημα),

ΤΕΦΤΕΡΙ(κατάστιχο),

ΤΖΑΜΙ (υαλοπίνακας-γυαλί),

ΤΣΑΜΠΑ (δωρεάν),

ΤΖΑΝΑΜΠΕΤΗΣ (κακότροπος-δύστροπος),

ΤΟΠΙ (σφαίρα),

ΤΟΥΛΟΥΜΙ (ασκός),

ΤΟΥΛΟΥΜΠΑ (αντλία),

ΤΟΥΜΠΕΚΙ (σιωπή),

ΤΡΑΜΠΑ (ανταλλαγή),

ΤΣΑΙΡΙ (λιβάδι-βοσκοτόπι),

ΤΣΑΚΑΛΙ (θώς),

ΤΣΑΚΙΡΗΣ (γαλανομάτης),

ΤΣΑΚΜΑΚΙ (αναπτήρας),

ΤΣΑΝΤΑ (δερμάτινη θήκη),

ΤΣΑΝΤΙΡΙ (σκηνή),

ΤΣΑΠΑΤΣΟΥΛΗΣ (ανοικοκύρευτος-άτσαλος),

ΤΣΑΡΚΑ (επιδρομή-περιπλάνηση),

ΤΣΑΝΤΙΖΩ (εξοργίζω-προσβάλω),

ΤΣΑΧΠΙΝΗΣ(κατεργάρης-πονηρός),

ΤΣΙΓΚΕΛΙ(αρπάγη-σιδερένιο άγκιστρο),

ΤΣΙΦΟΥΤΗΣ-ΤΣΙΓΚΟΥΝΗΣ (φιλάργυρος),

ΤΣΙΡΑΚΙ (ακόλουθος),

ΤΣΙΣΑ(ούρα),

ΤΣΙΦΤΗΣ (άψογος-ικανός),

ΤΣΟΥΒΑΛΙ (σακί),

ΤΣΟΥΛΟΥΦΙ (δέσμη μαλλιών),

ΤΖΟΓΛΑΝΙ (νέος)

ΤΣΟΠΑΝΗΣ (βοσκός)

ΦΑΡΑΣΙ (φτυάρι-σκουπιδολόγος),

ΦΑΡΣΙ (τέλεια-άπταιστα),

ΦΥΝΤΑΝΙ(φυτώριο),

ΦΙΣΤΙΚΙ (πιστάκη),

ΦΥΤΙΛΙ (θρυαλλίδα),

ΦΟΥΚΑΡΑΣ (κακομοίρης-άθλιος),

ΦΟΥΝΤΟΥΚΙ (λεπτοκάρυο-λευτόκαρο),

ΦΡΑΝΤΖΟΛΑ (ψωμί),

XABOYZA(δεξαμενή νερού),

ΧΑΖΙ (ευχαρίστηση),

ΧΑΛΑΛΙΖΩ (συγχωρώ),

ΧΑΛΙ (άθλιο),

ΧΑΛΙ (τάπητας),

ΧΑΛΚΑΣ (κρίκος),

ΧΑΜΑΛΗΣ(αχθοφόρος),

ΧΑΝΙ (πανδοχείο),

ΧΑΠΙ (καταπότι),

ΧΑΡΑΜΙ (άδικα),

ΧΑΡΜΑΝΗΣ (χασισοπότης),

ΧΑΡΤΖΙΛΙΚΙ (μικρό χρηματικό ποσό),

ΧΑΒΑΣ (μουσικός σκοπός)

ΧΑΦΙΕΣ(καταδότης),

ΧΟΥΖΟΥΡΕΜΑ (ανάπαυση),

ΧΟΥΙ (ιδιοτροπία),

ΧΟΥΝΕΡΙ (πάθημα-εξαπάτηση).

 

Ελληνικές λέξεις που χρησιμοποιούν οι Τούρκοι

 

A : α
abaküs = άβακας [αρχ. ελλ. άβαξ > γαλλ. abacus, abaque > τουρκ.].
abanoz = έβενος [αρχ. ελλ. > περσ. > τουρκ.].
abis = άβυσσος [αρχ. ελλ. άβυσσος > γαλλ. abysse > τουρκ.].

ablatya = είδος αλιευτικού διχτυού με μεγάλα «μάτια», δηλ. μεγάλες θηλιές [νεοελλ. απλάδια, υποκορ. του επιθ. απλά > τουρκ.].
abli = απλή, σκοινί για το ανέβασμα ή κατέβασμα των πανιών πλοίου [νεοελλ. απλή > τουρκ. abli].
abuli = αβουλία [αρχ. ελλ. αβουλία > γαλλ. aboulie > τουρκ.].
açelya, açalya = αζαλέα [αντιδ. αρχ. ελλ. αζαλέος > αγγλ. azalea > νεοελλ. > τουρκ.].
adenit = αδενίτιδα [ελλ. > γαλλ. adénite> τουρκ.].
aerobik = αεροβική [αντιδ. αρχ. ελλ. αερόβιος > γαλλ. aérobique, αγγλ. aerobics > τουρκ., νεοελλ.].
aerodinamik = αεροδυναμική [ελλ. > γαλλ. aérodynamique > τουρκ.].
afazi = αφασία [αντιδ. αρχ. ελλ. άφατος > γαλλ. aphasie > τουρκ., νεοελλ.].
afi (argo) = επίδειξη, φιγούρα [αρχ. ελλ. αφή > τουρκ.].
afoni = αφωνία [αρχ. ελλ. αφωνία > γαλλ. aphonie > τουρκ.].
aforoz, aforizm, aforizma = αφορισμός [αρχ. ελλ. αφορισμός > γαλλ. aphorism > τουρκ.].
aft = άφθα, άφτρα [αρχ. ελλ. άφθα > γαλλ. aphte > τουρκ.].
aftos (argo) = εραστής-ερωμένη [αρχ. ελλ. αυτός > τουρκ.].
afyon = αφιόνι [αντιδ. μετγν. ελλ. όπιον > τουρκ. afyon > μεσν. ελλ. αφιόνιον > νεοελλ. αφιόνι].
afyonkeş = ο χρήστης αφιονιού [νεοελλ. αφιόνι + περσ. –keş > τουρκ.].
agnosi, agnozi = αγνωσία, άγνοια [αντιδ. αρχ. ελλ. άγνωτος > γαλλ. agnosie > τουρκ., νεοελλ.].
agnostisizm = αγνωστικισμός [αντιδ. αρχ. ελλ. άγνωστος > γαλλ. agnosticisme > τουρκ., νεοελλ.].
agora = αρχαία ελληνική αγορά [αρχ. ελλ. αγορά > τουρκ.].
agorafobi = αγοραφοβία [ελλ. > γαλλ. agoraphobie > τουρκ.].
agrafi = αγραφία [ελλ. > γαλλ. agraphie > τουρκ.].
agronomi = αγρονομία [νεοελλ. > γαλλ. agronomie > τουρκ.].
ahır = αχούρι [αντιδ. αρχ. ελλ. άχυρον > περσ. > τουρκ. ahır > μεσν. ελλ. αχούριον > νεοελλ. αχούρι. Κατ’ άλλη άποψη περσ. > τουρκ. > νεοελλ.].
ahlat = άγριο αχλάδι, αγριαχλαδιά [μεσν. ελλ. αχλάδιον > τουρκ.].
ahtapot = χταπόδι [αρχ. ελλ. οκτάπους > μετγν. ελλ. οκταπόδιον > τουρκ.].
akademi = ακαδημία [αρχ. ελλ. > γαλλ. académie > τουρκ.].
akademisyen = ακαδημαϊκός, οπαδός του Πλάτωνος [αρχ. ελλ. ακαδημία + γαλλ. –cien > γαλλ. académicien > τουρκ.].
akademik = ακαδημαϊκός [μετγν. ελλ. > γαλλ. académique > τουρκ.].
akasya = ακακία [αρχ. ελλ. > γαλλ. acacia > τουρκ.].
akkefal = είδος ψαριού του γλυκού νερού [τουρκ. ak + αρχ. ελλ. κεφαλή > τουρκ.].
akrobasi = ακροβασία [νεοελλ. > γαλλ. acrobatie > τουρκ.].
akrobat = ακροβάτης [μετγν. ελλ. > γαλλ. acrobate > τουρκ.].
akrobatik = ακροβατικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. acrobatique > τουρκ.].
akromatopsi = αχρωματοψία [ελλ. > γαλλ. achromatopsie > τουρκ.].
akromegali = ακρομεγαλία [ελλ. > γαλλ. acromégalie > τουρκ.].
akronim = ακρωνύμιο [ελλ. > αγγλ. acronym > τουρκ.].
akropol = ακρόπολη [αρχ. ελλ. ακρόπολις > γαλλ. acropole > τουρκ.].
akroştiş = ακροστιχίδα [μετγν. ελλ. ακροστιχίς > γαλλ. acrostiche > τουρκ.].
aks = άξονας τροχού [αρχ. ελλ. άξων > γαλλ. axe > τουρκ.].
aksiyom = αξίωμα (επιστ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. axiome > τουρκ.].
akson = άξων (ανατ.) [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
aktinit = γενική ονομασία ραδιενεργών στοιχείων [ελλ. ακτίνια > γαλλ. actinite > τουρκ.].
aktinoloji = ακτινολογία [ελλ. > γαλλ. actinologie > τουρκ.].
aktinolojik = ακτινολογικός [ελλ. > γαλλ. actinologique > τουρκ.].
aktinyum = ακτίνιο (χημ.) [ελλ. > αγγλ. actinium > τουρκ.].
akustik = ακουστική [αντιδ. αρχ. ελλ. ακουστικός > γαλλ. acoustique > τουρκ., νεοελλ.].
alay = πλήθος || στρατιωτική μονάδα [αρχ. ελλ. αλλαγή > μεσν. ελλ. αλλάγιον (= στρατιωτική μονάδα) > τουρκ.].
alegori = αλληγορία [μετγν. ελλ. > γαλλ. allégorie > τουρκ.].
alegorik = αλληγορικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. allégorique > τουρκ.].
aleksi = αλεξία (= αδυναμία ανάγνωσης) [ελλ. > γαλλ. alexie > τουρκ.].
alerjen = αλλεργιογόνο [ελλ. > γαλλ. allergène > τουρκ.].
alerji = αλλεργία [ελλ. > γαλλ. allergie > τουρκ.].
alerjik = αλλεργικός [ελλ. > γαλλ. allergique > τουρκ.].
alotropi = αλλοτροπία [ελλ. > γαλλ. allothropie > τουρκ.].
alotropik = αλλοτροπικός [ελλ. > γαλλ. allotropique > τουρκ.].
amazon = αμαζόνα [αρχ. ελλ. Αμαζών > τουρκ.].
ambar = αμπάρι [αντιδ. αρχ. ελλ. εμπόριον > περσ. > τουρκ. > νεοελλ. Κατ’ άλλη άποψη περσ. > τουρκ. > νεοελλ.].
amblem = έμβλημα [μετγν. ελλ. > γαλλ. emblème > τουρκ.].
ametal = αμέταλλο [ελλ. > γαλλ. amétale > τουρκ.].
ametist = αμέθυστος (ημιπ. λίθος) [μετγν. ελλ. > γαλλ. améthyste > τουρκ.].
amfibi = αμφίβιος [αρχ. ελλ. > γαλλ. amphibie > τουρκ.].
amfibol = αμφίβολο (ορυκτό) [ελλ. > γαλλ. amphibole > τουρκ.].
amfiteatr = αμφιθέατρο [μετγν. ελλ. > γαλλ. amphithéâtre > τουρκ.].
amfora = αμφορέας [αρχ. ελλ. αμφορεύς > γαλλ. amphore > τουρκ.].
amip = αμοιβάδα [αρχ. ελλ. αμοιβάς > γαλλ. amibe > τουρκ.].
amnezi = αμνησία [αντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. amnésie > τουρκ., νεοελλ.].
amniyon = άμνιο [αρχ. ελλ. αμνίον, άμνιον > τουρκ.].
amonyak = αμμωνία [αντιδ. μετγν. ελλ. αμμωνιακόν > λατ. ammoniacum > γαλλ. ammoniaque > τουρκ., νεοελλ.].
amorf = άμορφος [αρχ. ελλ. > γαλλ. amorphe > τουρκ.].
ampermetre = αμπερόμετρο [γαλλ. amper + αρχ. ελλ. μέτρον > γαλλ. ampèremètre > τουρκ.].
ampirik = εμπειρικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. empirique > τουρκ.].
ampirist = εμπειριστής [ελλ. > γαλλ. empiriste > τουρκ.].
ampirizm = εμπειρισμός [ελλ. > γαλλ. > empirisme > τουρκ.].
ampul = αμπούλα [αντιδ. αρχ. ελλ. αμφορέα > αμφορά(ν) > λατ. ampulla > γαλλ. ampoule > τουρκ., νεοελλ.].
amyant = αμίαντος [αρχ. ελλ. > γαλλ. amiante > τουρκ.].
anabolizma = αναβολισμός [ελλ. > γαλλ. anabolisme > τουρκ.].
Anadolu = Ανατολή, Ανατολία [αρχ. ελλ. ανατολή > τουρκ.].
anaerobik = αναερόβιος [ελλ. > γαλλ. anaérobique > τουρκ.].
anafilaksi = αναφυλαξία [ελλ. > γαλλ. anaphylaxie > τουρκ.].
anafor = δίνη, αντίρρευμα || (μτφ.) φιλοδώρημα [αρχ. ελλ. αναφορά > νεοελλ. αναφόρι > τουρκ.].
anaforcu = ο επιδιώκων την απόκτηση αγαθών χωρίς κόπο [αρχ. ελλ. αναφορά + τουρκ. –cu > τουρκ.].
anagram = ανάγραμμα, λέξη που είναι προϊόν αναγραμματισμού [ελλ. > γαλλ. anagramme > τουρκ.].
anahtar = ανοιχτήρι, κλειδί [νεοελλ. ανοιχτήρι > τουρκ.].
anakronik = αναχρονιστικός [νεοελλ. > γαλλ. anachronique > τουρκ.].
anakronizm = αναχρονισμός [μεσν. ελλ. > γαλλ. anachronisme > τουρκ.].
analist = αναλυτής [νεοελλ. > γαλλ. analyste > τουρκ.].
analitik = αναλυτικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. analytique > τουρκ.].
analiz = ανάλυση [αρχ. ελλ. > γαλλ. analyse > τουρκ.].
analjezi = αναλγησία [αρχ. ελλ. > γαλλ. analgésie > τουρκ.].
analjezik = αναλγητικός [αντιδ. αρχ. ελλ. αναλγησία > γαλλ. analgésique > νεοελλ., τουρκ.].
analoji = αναλογία [αρχ. ελλ. > γαλλ. analogie > τουρκ.].
analojik = αναλογικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. analogique > τουρκ.].
anamnezi = ανάμνηση, ιστορικό ασθενούς [αρχ. ελλ. > γαλλ. anamnésie > τουρκ.].
anarşi = αναρχία, αναστάτωση [αρχ. ελλ. > γαλλ. anarchie > τουρκ.].
anarşişt = αναρχικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. anarchiste > τουρκ.].
anarşizm = αναρχισμός [ελλ. > γαλλ. anarchisme > τουρκ.].
anartri = αναρθρία [αντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. anarthrie > τουρκ., νεοελλ.].
anason = γλυκάνισο [μετγν. ελλ. άνισον > τουρκ.].
anatomi = ανατομία [αντιδ. αρχ. ελλ. ανατομή > γαλλ. anatomie > τουρκ., νεοελλ.].
anatomik = ανατομικός [αντιδ. αρχ. ελλ. ανατομή > μετγν. ελλ. ανατομικός > γαλλ. anatomique > νεοελλ., τουρκ.].
anatomist = ανατόμος [νεοελλ. > γαλλ. anatomiste > τουρκ.].
anavaşya = η ανάβαση των αποδημητικών ψαριών από τη Μεσόγειο στον Ε. Πόντο, αντίθ. του katavaşya, βλ. λέξη [αρχ. ελλ. ανάβασις > μεσν. ελλ. αναβάσιον > τουρκ.].
andemi = ενδημία [μετγν. ελλ. > γαλλ. endémie > τουρκ.].
andemik = ενδημικός [ελλ. > γαλλ. endémique > τουρκ.].
andropoz = ανδρόπαυση [ελλ. > γαλλ. andropause > τουρκ.].
anekdot = ανέκδοτο [αντιδ. αρχ. ελλ. ανέκδοτος > γαλλ. anecdote > τουρκ., νεοελλ.].
anemi = αναιμία [αρχ. ελλ. > γαλλ. anémie > τουρκ.].
anemik = αναιμικός [ελλ. > γαλλ. anémique > τουρκ.].
anemometre = ανεμόμετρο [ελλ. > γαλλ. anémomètre > τουρκ.].
anemon = ανεμώνη [αρχ. ελλ. > γαλλ. anémone > τουρκ.].
anestezi = αναισθησία [αρχ. ελλ. > γαλλ. anesthésie > τουρκ.].
anesteziyolojik = αναισθησιολογικός [ελλ. > γαλλ. anesthésiologique > τουρκ.].
anevrizma = ανεύρυσμα [αντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. anévrisme > τουρκ., νεοελλ.].
angarya = αγγαρεία [αρχ. ελλ. άγγαρος, περσ. αρχής > μετγν. ελλ. αγγαρεύω > μετγν. ελλ. αγγαρεία > τουρκ.].
anglofil = αγγλόφιλος [νεοελλ. > αγγλ. anglophile > τουρκ.].
anhidrit = ανυδρίτης [ελλ. > γαλλ. anhydrite > τουρκ.].
anjiyo, anjiyografi = αγγειογραφία [ελλ. > τουρκ.].
anjiyoloji = αγγειολογία (ανατ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. angiologie > τουρκ.].
ankiloz = αγκύλωση [μετγν. ελλ. > γαλλ. ankylose > τουρκ.].
anofel = ανωφελής κώνωψ [αρχ. ελλ. ανωφελής > γαλλ. anophèle > τουρκ.].
anomali = ανωμαλία [αρχ. ελλ. > γαλλ. anomalie > τουρκ.].
anonim = ανώνυμος [αρχ. ελλ. > γαλλ. anonyme > τουρκ.].
anorganik = ανόργανος [μετγν. ελλ. > γαλλ. anorganique > τουρκ.].
anot = άνοδος (θετικό ηλεκτρόδιο) [αρχ. ελλ. > γαλλ. anode > τουρκ.].
ansefalit = εγκεφαλίτιδα [ελλ. > γαλλ. encéphalite> τουρκ.].
ansiklopedi = εγκυκλοπαίδεια [αντιδ. μετγν. ελλ. εγκυκλοπαιδεία > γαλλ. encyclopédie > τουρκ., νεοελλ.].
ansiklopedik = εγκυκλοπαιδικός [ελλ. > γαλλ. encyclopédique > τουρκ.].
ansiklopedist = εγκυκλοπαιδιστής [ελλ. > γαλλ. encyclopédiste > τουρκ.].
antagonist = ανταγωνιστής [αρχ. ελλ. > γαλλ. antagoniste > τουρκ.].
antagonizm, antagonizma = ανταγωνισμός [νεοελλ. > γαλλ. antagonisme > τουρκ.].
antarktik = ανταρκτική [αντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. antarctique > τουρκ., νεοελλ.].
anterit = εντερίτιδα [ελλ. > γαλλ. entérite > τουρκ.].
antibiyotik = αντιβιοτικός [ελλ. > γαλλ. antibiotique > τουρκ.].
antidemokratik = αντιδημοκρατικός [νεοελλ. > γαλλ. anti-démocratique > τουρκ.].
antihijyenik = ανθυγιεινός [νεοελλ. > γαλλ. antihygiénique > τουρκ.].
antijen = αντιγόνο [ελλ. > γαλλ. antigène > τουρκ.].
antikiklon = αντικυκλώνας [ελλ. > γαλλ. anticyclone > τουρκ.].
antikor = αντίσωμα [αρχ. ελλ. αντί + γαλλ. kor (corps) > τουρκ. antikor].
antilop = αντιλόπη [αντιδ. μεσν. ελλ. ανθόλοψ > γαλλ. antilope > τουρκ., νεοελλ.].
antinomi = αντινομία [μετγν. ελλ. > γαλλ. antinomie > τουρκ.].
antipati = αντιπάθεια [αρχ. ελλ. > γαλλ. antipathie > τουρκ.].
antipatik = αντιπαθητικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. antipathique > τουρκ.].
antisepsi = αντισηψία [ελλ. > γαλλ. antisepsie > τουρκ.].
antiseptik = αντισηπτικός [ελλ. > γαλλ. antiseptique > τουρκ.].
antitez = αντίθεση [αρχ. ελλ. > γαλλ. antithèse > τουρκ.].
antitoksin = αντιτοξίνη [ελλ. > γαλλ. antitoxine > τουρκ.].
antoloji = ανθολογία [μετγν. ελλ. > γαλλ. anthologie > τουρκ.].
antrasit = ανθρακίτης [αντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. anthracite > τουρκ., νεοελλ.].
antropoit = ανθρωποειδής [αρχ. ελλ. > γαλλ. anthropoïde > τουρκ.].
antropolog = ανθρωπολόγος [ελλ. > γαλλ. anthropologue > τουρκ.].
antropoloji = ανθρωπολογία [ελλ. > γαλλ. anthropologie > τουρκ.].
antropolojik = ανθρωπολογικός [ελλ. > γαλλ. anthropologique > τουρκ.].
antropomorfizm = ανθρωπομορφισμός [ελλ. > γαλλ. anthropomorphisme > τουρκ.].
antroposantrizm = ανθρωποκεντρισμός [ελλ. > γαλλ. anthropocentrisme > τουρκ.].
anyon = ανιόν [αντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. anion > τουρκ., νεοελλ.].
aort = αορτή [αρχ. ελλ. > γαλλ. aorte > τουρκ.].

apokaliptik = αποκαλυπτικός [μεσν. ελλ. > γαλλ. apocalyptique > τουρκ.].
apokrif = απόκρυφος [αρχ. ελλ. > γαλλ. apocryphe > τουρκ.].
apostrof = απόστροφος [αρχ. ελλ. > γαλλ. apostrophe > τουρκ.].
apoşi = απόχη [μετγν. ελλ. υποχή > μεσν. ελλ. απόχη > τουρκ.].
apraksi = απραξία [αρχ. ελλ. > γαλλ. apraxie > τουρκ.].
apsent = αψέντι [αντιδ. αρχ. ελλ. αψίνθιον > γαλλ. apsinthe > τουρκ., νεοελλ.].
apsis (μαθ.) = αψίδα [αρχ. ελλ. > γαλλ. abcisse > τουρκ.].
apukurya = αποκριά [νεοελλ. > τουρκ.].
araka = αρακάς [αρχ. ελλ. άρακος > τουρκ.].
araşit = αραχίδα, είδος φιστικιάς [πιθ. αντιδ. μετγν. ελλ. αραχίδνα > γαλλ. arachide > τουρκ., νεοελλ. αραχίδα].
areometre = αραιόμετρο [ελλ. > γαλλ. aréomètre > τουρκ.].
argon = αργόν (χημ.) [αντιδ. αρχ. ελλ. αργός > γαλλ. argon > τουρκ., νεοελλ.].
argonot = αργοναύτης (είδος μαλακόστρακου) [αρχ. ελλ. > γαλλ. argonaute > τουρκ.].
aristoculuk = αριστοτελισμός [αρχ. ελλ. αριστο– + τουρκ. –culuk > τουρκ.].
aristokrasi = αριστοκρατία [αρχ. ελλ. > γαλλ. aristocratie > τουρκ.].
aristokrat = αριστοκράτης [μετγν. ελλ. > γαλλ. aristocrate > τουρκ.].
aristokratik = αριστοκρατικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. aristocratique > τουρκ.].
aristokratlık = αριστοκρατικότητα [μετγν. ελλ. αριστοκράτης + τουρκ. –lık > τουρκ.].
aritmetik = αριθμητική [αρχ. ελλ. > γαλλ. arithmétique> τουρκ.].
aritmi = αρρυθμία [αρχ. ελλ. > γαλλ. arythmie > τουρκ.].
aritmik = άρρυθμος [αρχ. ελλ. > γαλλ. arythmique > τουρκ.].
arkaik = αρχαϊκός [αρχ. ελλ. > γαλλ. archaïque > τουρκ.].
arkaizm = αρχαϊσμός [μετγν. ελλ. > γαλλ. archaïsme > τουρκ.].
arkeolog = αρχαιολόγος [μεσν. ελλ. > γαλλ. archéologue > τουρκ.].
arkeoloji = αρχαιολογία [αρχ. ελλ. > γαλλ. archéologie > τουρκ.].
arkeolojik = αρχαιολογικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. archéologique > τουρκ.].
arketip = αρχέτυπος [μετγν. ελλ. > γαλλ. archétype > τουρκ.].
arktik = αρκτική [αντιδ. αρχ. ελλ. αρκτικός > γαλλ. arctique > τουρκ., νεοελλ.].
armoni, harmoni = αρμονία [αρχ. ελλ. > γαλλ. harmonie > τουρκ.].
armonik = αρμονικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. harmonique > τουρκ.].
armonyum = αρμόνιο [αντιδ. αρχ. ελλ. αρμονία > λατ. harmonia > γαλλ. harmonium > νεοελλ., τουρκ.].
armuz = ο αρμός ανάμεσα στα ξύλα του καταστρώματος των πλοίων [αρχ. ελλ. αρμός > τουρκ.].
aroma = άρωμα [αρχ. ελλ. > ιταλ. aroma > τουρκ.].
aromalı = αρωματισμένος [αρχ. ελλ. άρωμα + τουρκ. –lı > τουρκ.].
aromaterapi = αρωματοθεραπεία [ελλ. > γαλλ. aromathérapie > τουρκ.].
aromatik = αρωματικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. aromatique > τουρκ.].
arsen, arsenik = αρσενικό (χημ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. arsenic > τουρκ.].
arşiv = αρχείο [αρχ. ελλ. > γαλλ. archives > τουρκ.].
arter = αρτηρία (ανατ.), μτφ. κεντρική λεωφόρος [αρχ. ελλ. > γαλλ. artère > τουρκ.].
arterit = αρτηρίτιδα [ελλ. > γαλλ. artérite > τουρκ.].
artrit = αρθρίτιδα [αρχ. ελλ. αρθρίτις > γαλλ. arthrite > τουρκ.].
artroz = άρθρωση [μετγν. ελλ. > γαλλ. arthrose > τουρκ.].
asbest = ασβέστης [αρχ. ελλ. άσβεστος > γαλλ. asbeste > τουρκ.].
asenkron = ασύγχρονος [ελλ. > γαλλ. asynchrone > τουρκ.].
asepsi = ασηψία [μεσν. ελλ. > γαλλ. asepsie > τουρκ.].
aseptik = ασηπτικός [αρχ. ελλ. άσηπτος > μεσν. ελλ. ασηπτικός > γαλλ. aseptique > τουρκ.].
asfalt = άσφαλτος [μεσν. ελλ. > γαλλ. asphalte > τουρκ.].
asimetri = ασυμμετρία [αρχ. ελλ. > γαλλ. asymétrie > τουρκ.].
asimetrik = ασύμμετρος [αρχ. ελλ. > γαλλ. asymétrique > τουρκ.].
asimptot = ασύμπτωτος [αρχ. ελλ. > γαλλ. asymptote > τουρκ.].
asparagas = διογκωμένη είδηση [αρχ. ελλ. ασπάραγος / ασφάραγος > αγγλ. asparagus > τουρκ. Η σημασία της τουρκ. λέξης φαίνεται ότι συνδέεται με το ρήμα σφαραγώ, που σημαίνει ηχώ, βροντώ].
astar = αστάρι [αντιδ. αρχ. ελλ. ιστός > μετγν. ελλ. ιστάριον > περσ. > τουρκ. astar > νεοελλ. αστάρι. Κατ’ άλλη άποψη η λέξη είναι περσ.].
astım = άσθμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. asthme > τουρκ. astım και παλαιότ. astma].
astigmat = αστιγματικός [ελλ. > γαλλ. astigmate > τουρκ.].
astigmatizm = αστιγματισμός [ελλ. > γαλλ. astigmatisme > τουρκ.].
astrofizik = αστροφυσική [ελλ. > γαλλ. astrophysique > τουρκ.].
astrolog = αστρολόγος [αρχ. ελλ. > γαλλ. astrologue > τουρκ.].
astroloji = αστρολογία [αρχ. ελλ. > γαλλ. astrologie > τουρκ.].
astrolojik = αστρολογικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. astrologique > τουρκ.].
astronom = αστρονόμος [αρχ. ελλ. > γαλλ. astronome > τουρκ.].
astronomi = αστρονομία [αρχ. ελλ. > γαλλ. astronomie > τουρκ.].
astronomik = αστρονομικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. astronomique > τουρκ.].
astronot = αστροναύτης [ελλ. > γαλλ. astronaute > τουρκ.].
ataraksiya = αταραξία [αρχ. ελλ. > γαλλ. ataraxie > τουρκ.].
ateist = αθεϊστής [ελλ. > γαλλ. athéiste > τουρκ.].
ateizm = αθεϊσμός [ελλ. > γαλλ. athéisme > τουρκ.].
aterina = αθερίνα, είδος ψαριού [αρχ. ελλ. αθερίνη > τουρκ.].
atlas = άτλαντας [αρχ. ελλ. ‘Aτλας > τουρκ.].
atlet = αθλητής || ανδρικό εσωτερικό φανελάκι χωρίς μανίκια [αρχ. ελλ. > γαλλ. athlète > τουρκ.].
atletik = αθλητικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. athlétique > τουρκ.].
atletizm = αθλητισμός [ελλ. > γαλλ. athlétisme > τουρκ.].
atmosfer = ατμόσφαιρα [ελλ. > γαλλ. atmosphère > τουρκ.].
atmosferik = ατμοσφαιρικός [ελλ. > γαλλ. atmosphèrique > τουρκ.].
atom = άτομο (χημ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. atome > τουρκ.].
atomal = ατομικός (χημ.) [αρχ. ελλ. άτομον + τουρκ. –mal > τουρκ.].
atomik = ατομικός (χημ.) [ελλ. > γαλλ. atomique > τουρκ.].
avlu = αυλή [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
ayandon = κακοκαιρία που αρχίζει στις 18 Ιανουαρίου, την επομένη του Αγ. Αντωνίου [νεοελλ. ‘Αι Αντώνης > τουρκ.].
ayazma = αγίασμα [μετγν. ελλ. > τουρκ.].
azelya = βλ. açelya
azoik = αζωικός [ελλ. > γαλλ. azoïque > τουρκ.].
azot = άζωτο [ελλ. > γαλλ. azote > τουρκ.].

B : μπε
bakteri = βακτήριο [αντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. bactérie > τουρκ., νεοελλ.].
bakteridi = βακτηρίδιο [αντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. bactéridie > τουρκ., νεοελλ.].
bakteriyolog = βακτηριολόγος [ελλ. > γαλλ. bactériologue > τουρκ.].
bakteriyoloji = βακτηριολoγία [ελλ. > γαλλ. bactériologie > τουρκ.].
bakteriyolojik = βακτηριολoγικός [ελλ. > γαλλ. bactériologique > τουρκ.].
balgam = φλέγμα [αρχ. ελλ. > αραβ. > τουρκ.].
balistik = βαλλιστική [αντιδ. μετγν. ελλ. βαλλίζω > γαλλ. balistique > τουρκ., νεοελλ.].
balsam = βάλσαμο [αρχ. ελλ. βάλσαμον, πιθ. σημιτικό δάνειο > αγγλ. balsam > τουρκ.].
balyoz, varyos = βαριά, μεγάλο σφυρί [μεσν. ελλ. βαριά > τουρκ.].
banyo = μπάνιο, λουτρό [αντιδ. αρχ. ελλ. βαλανείον > λατ. balneum > ιταλ. bagno > τουρκ., νεοελλ. μπάνιο].
barbar = βάρβαρος [αρχ. ελλ. > γαλλ. barbare > τουρκ.].
barbarizm = βαρβαρισμός [αρχ. ελλ. > γαλλ. barbarisme > τουρκ.].
bariton = βαρύτονος (μουσ.) [αντιδ. ελλ. > γαλλ. baryton > τουρκ., νεοελλ.].
barograf = όργανο μέτρησης του ύψους αεροσκάφους [ελλ. > γαλλ. barographe > τουρκ.].
barometre = βαρόμετρο [ελλ. > γαλλ. baromètre > τουρκ.].
baroskop = όργανο μέτρησης της ατμοσφαιρικής πίεσης [ελλ. > γαλλ. baroscope > τουρκ.].
barut = μπαρούτι [αντιδ. μετγν. ελλ. πυρίτις > περσ. > τουρκ. > νεοελλ.].
batimetre = βαθύμετρο [νεοελλ. > γαλλ. bathymètre > τουρκ.].
batiskaf = βαθυσκάφος [ελλ. > γαλλ. bathyscaphe > τουρκ.].
baz = βάση (χημ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. base > τουρκ.].
bazilika = βασιλική, ανάκτορο (αρχιτεκτ.) [μετγν. ελλ. βασιλική (στοά) > λατ. basilica > γαλλ. basilique > τουρκ.].
belsem = βλ. balsam
bez = βαμβακερό ύφασμα || αδένας [αρχ. ελλ. βύσσος, πιθ. σημιτικό δάνειο > αραβ. > τουρκ.].
bezelye = μπιζέλι [αντιδ. μετγν. ελλ. πίσον > ιταλ. pisello > τουρκ., νεοελλ.].
biber = πιπέρι, πιπεριά [αρχ. ελλ. πέπερι > μεσν. ελλ. πιπέρι(ον) > τουρκ.].
bibliyofil = βιβλιόφιλος [νεοελλ. > γαλλ. bibliophile > τουρκ.].
bibliyograf = βιβλιογράφος [ελλ. > γαλλ. bibliographe > τουρκ.].
bibliyografya, bibliyografi = βιβλιογραφία [μετγν. ελλ. > γαλλ. bibliographie > τουρκ.].
bibliyografik = βιβλιογραφικός [νεοελλ. > γαλλ. bibliographique > τουρκ.].
bibliyoman = βιβλιομανής [ελλ. > γαλλ. bibliomane > τουρκ.].
bibliyomani = βιβλιομανία [ελλ. > γαλλ. bibliomanie > τουρκ.].
bibliyotek = βιβλιοθήκη [μετγν. ελλ. > γαλλ. bibliothèque > τουρκ.].

bilar = είδος πίσσας για το καλαφάτισμα των πλοίων [μετγν. ελλ. πιλάριον (= αλοιφή) > τουρκ.].
biyoelektrik = βιοηλεκτρισμός [ελλ. > γαλλ. bioélectrique > τουρκ.].
biyoenerji = βιοενέγεια [ελλ. > γαλλ. bioénergie > τουρκ.].
biyofizik = βιοφυσική [ελλ. > γαλλ. biophysique > τουρκ.].
biyografi = βιογραφία [μεσν. ελλ. > γαλλ. biographie > τουρκ.].
biyografik = βιογραφικός [νεοελλ. > γαλλ. biographique > τουρκ.].
biyolog = βιολόγος [ελλ. > γαλλ. biologue > τουρκ.].
biyoloji = βιολογία [ελλ. > γαλλ. biologie > τουρκ.].
biyolojik = βιολογικός [ελλ. > γαλλ. biologique > τουρκ.].
biyometeoroloji = βιομετεωρολογία [ελλ. > γαλλ. biométéorologie > τουρκ.].
biyopsi = βιοψία [ελλ. > γαλλ. biopsie > τουρκ.].
biyosfer = βιόσφαιρα [ελλ. > γαλλ. biosphère > τουρκ.].
bocurgat = εργάτης, βαρούλκο [τουρκ. boca (= απότομο άδειασμα) (< ιταλ. poggia) + αρχ. ελλ. εργάτης].
bodoslama = ποδόσταμα, ποδόστημα [αρχ. ελλ. ποδο– + –στημα > τουρκ.].
bodrum = μπουντρούμι [αντιδ. αρχ. ελλ. ιππόδρομος > τουρκ. > νεοελλ.].
bora = μπόρα [αντιδ. αρχ. ελλ. βορράς > ιταλ. bora > τουρκ., νεοελλ.].
borsa = χρηματιστήριο, αγορά [αρχ. ελλ. βύρσα (= κατεργασμένο δέρμα) > ιταλ. borsa > τουρκ.].
botanik = βοτανική [μετγν. ελλ. > γαλλ. botanique > τουρκ.].
brakisefal = βραχυκέφαλος [ελλ. > γαλλ. brachycéphale > τουρκ.].
bre = βρε, μπρε [μωρέ, κλητ. του αρχ. ελλ. μωρός > μρε > μεσν. ελλ. βρε > τουρκ.].
brom = βρόμιο (χημ.) [αντιδ. μετγν. ελλ. βρόμος (= δυσάρεστη οσμή) > γαλλ. brome > τουρκ., νεοελλ.].
bronş = βρόγχος [αρχ. ελλ. > γαλλ. bronche > τουρκ.].
bronşit = βρογχίτιδα [ελλ. > γαλλ. bronchite > τουρκ.].
buat = ηλεκτρικό κουτί [αντιδ. αρχ. ελλ. πύξος > μετγν. ελλ. πυξίς > λατ. buxida > γαλλ. boîte > τουρκ., νεοελλ. μπουάτ].
bulada = πουλάδα, μικρή κότα [νεοελλ. > τουρκ.].
bulgur = πλιγούρι, πνιγούρι [νεοελλ. > τουρκ.].
burç = πύργος || ζώδιο || ιξός (βοτ.) [αρχ. ελλ. πύργος, αβέβ. ετύμου > αραβ. > τουρκ.].
burs = υποτροφία [αρχ. ελλ. βύρσα (= κατεργασμένο δέρμα) > γαλλ. bourse > τουρκ.].
butik = μικρό κατάστημα [αρχ. ελλ. αποθήκη > γαλλ. boutique > τουρκ.].
bürokrasi = γραφειοκρατία [γαλλ. bureau + αρχ. ελλ. –κρατία > γαλλ. bureaucratie > τουρκ.].

C : τζε
cımbız = τσιμπιδάκι, λαβίδα [πιθ. αρχ. ελλ. εμπίς (= είδος εντόμου) με την επίδραση του τσιμπώ > νεοελλ. τσιμπίδα > τουρκ.].
cibre = τσίπουρο [μεσν. ελλ. τσίπουρον > τουρκ. Τα ελληνικά ετυμολογικά λεξικά πιθανολογούν ότι η λέξη τσίπουρο είναι τουρκική. Κατ’ άλλη άποψη η λέξη συνδέεται με το μετγν. ελλ. σίκερα (= οινοπνευματώδες ποτό) εβραϊκής αρχής. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική].
cimnastik = βλ. jimnastik
cins = γένος, φύλο, είδος [πιθ. αρχ. ελλ. γένος, λατ. genus > αραβ. cins > τουρκ.].
ciro = τζίρος [αντιδ. μετγν. ελλ. γύρος > λατ. gyrus > ιταλ. giro > τουρκ., νεοελλ.].
coğrafi = γεωγραφικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. géographie > τουρκ.].
coğrafya = γεωγραφία [μετγν. ελλ. > γαλλ. géographie > τουρκ.].
coğrafyacı = γεωγράφος [μετγν. ελλ. > γαλλ. géographe + τουρκ. –cı > τουρκ.].
cümbüş = συμπόσιο, διασκέδαση [αντιδ. πιθ. αρχ. ελλ. συμπόσιον > περσ. > τουρκ. > νεοελλ. τσιμπούσι. Κατ’ άλλη άποψη περσ. > τουρκ. > νεοελλ.].

Ç : τσε
çaça = παλαιός ναύτης εμπορικού πλοίου || γυναίκα εργαζόμενη σε οίκο ανοχής [πιθ. ιταλ. zia (= θεία) > μεσν. ελλ. τσα, με αναδίπλωση. Κατ’ άλλη άποψη από το βουλγ. tsitsa (= θεία)].
çağanoz = κάβουρας [μεσν. ελλ. τασαγανός > τουρκ. Κατ’ άλλη άποψη τουρκ. > νεοελλ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική].
çanak = τσανάκι [αντιδ. μετγν. ελλ. σαννάκιον (= είδος ποτηριού) > τουρκ. > νεοελλ. Η λ. σαννάκιον απαντά μόνο στον Αθήναιο, ο οποίος αναφέρει ότι είναι «έκπωμα περσικόν», δηλ. ποτήρι περσικό. Κατ’ άλλη άποψη η λ. çanak είναι τουρκική. Και είναι πολύ πιθανό τούτο, εφόσον απαντά σε τουρκικές γλώσσες πριν από τον 11ο αιώνα, χωρίς σύνδεση με άλλες γλώσσες. Υπάρχει όμως και μια άλλη τουρκική λ., λαϊκή περισσότερο, με την ίδια σημασία, η λ. senek (= ξύλινο δοχείο νερού), η οποία μορφολογικά αλλά και σημασιολογικά είναι πλησιέστερη προς τοσαννάκιον. Κι αυτή βέβαια απαντά σε τουρκικές γλώσσες πριν από τον 11ο αιώνα και μάλιστα είναι αγν. ετύμου, σύμφωνα με τον πρώτο Τούρκο μελετητή της τουρκικής γλώσσας, που έγραψε το λεξικό του το 1074, Kâşgarlı Mahmud. Και είναι πολύ πιο πιθανό η λ. σαννάκιον να αποτελεί την πηγή της τουρκικής senek, αν λάβουμε υπόψη ότι οι Τούρκοι στις δάνειες λέξεις τον φθόγγο / a / συχνά τον μετατρέπουν σε / e / (πβ. semer < σαμάρι, mermer

D : ντε
dağar = ταγάρι [μεσν. ελλ. ταγάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. ταγή (= μερίδα ζωοτροφής) > περσ. > παλ. τουρκ. tağar > σύγχρ. τουρκ. dağar].
daktilograf, daktilo = δακτυλογράφος [ελλ. > γαλλ. dactylographe και συντετμ. dactylo > τουρκ.].
daktilografi = δακτυλογραφία [ελλ. > γαλλ. dactylographie > τουρκ.].
daktiloskopi = δακτυλοσκοπία [ελλ. > γαλλ. dactyloscopie > τουρκ.].
defne = δάφνη [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
defter = τεφτέρι, δεφτέρι [αντιδ. μεσν. ελλ. διφθέριον > αραβ. > τουρκ. > νεοελλ. τεφτέρι].
deist = θεϊστής [ελλ. > γαλλ. déiste > τουρκ.].
deizm = θεϊσμός [ελλ. > γαλλ. déisme > τουρκ.].
dekagram = δέκα γραμμάρια [ελλ. > γαλλ. décagramme > τουρκ.].
dekalitre = δεκάλιτρο [ελλ. > γαλλ. décalitre > τουρκ.].
dekametre = δεκάμετρο [ελλ. > γαλλ. décamètre > τουρκ.].
dekaster = δέκα κυβ. μέτρα [αρχ. ελλ. δέκα + γαλλ. stère (= 1 κυβικό μέτρο καυσόξυλα) > τουρκ.].
dekatlon = δέκαθλο [ελλ. > γαλλ. décathlon > τουρκ.].
demagog = δημαγωγός [αρχ. ελλ. > γαλλ. démagogue > τουρκ.].
demagoji = δημαγωγία [αρχ. ελλ. > γαλλ. démagogie > τουρκ.].
demagojik = δημαγωγικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. démagogique > τουρκ.].
demet = δεμάτι [μετγν. ελλ. δεμάτιον > τουρκ.].
demiurgos = δημιουργός, ο παράγων υπέρ του δήμου [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
demograf = δημογράφος [ελλ. > γαλλ. démographe > τουρκ.].
demografi = δημογραφία [ελλ. > γαλλ. démographie > τουρκ.].
demografik = δημογραφικός [νεοελλ. > γαλλ. démographique > τουρκ.].
demokrasi = δημοκρατία [αρχ. ελλ. > γαλλ. démocratie > τουρκ.].
demokrat = δημοκράτης [αρχ. ελλ. > γαλλ. démocrate > τουρκ.].
demokratik = δημοκρατικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. démocratique > τουρκ.].
demokratlık = δημοκρατία [αρχ. ελλ. δημοκράτης + τουρκ. –lık > τουρκ.].
deontoloji = δεοντολογία [ελλ. > γαλλ. déontologie > τουρκ.].
deontolojik = δεοντολογικός [ελλ. > γαλλ. déontologique > τουρκ.].
deri = δέρμα [πιθ. αρχ. ελλ. δέρας, δέρμα > τουρκ.].
dermatit = δερματίτιδα [ελλ. > γαλλ. dermatite > τουρκ.].
dermatolog = δερματολόγος [ελλ. > γαλλ. dermatologue > τουρκ.].
dermatoloji = δερματολογία [ελλ. > γαλλ. dermatologie > τουρκ.].
dermatolojik = δερματολογικός [ελλ. > γαλλ. dermatologique > τουρκ.].
despot = δεσπότης, μητροπολίτης [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
despotik = δεσποτικός, αυταρχικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. despotique > τουρκ.].
despotizm = δεσποτισμός [ελλ. > γαλλ. despotisme > τουρκ.].
diaspora = διασπορά, μετανάστευση [μετγν. ελλ. > ιταλ. diaspora > τουρκ.].
didaktik = διδακτικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. didactique > τουρκ.].

difana = δίφανο, τριπλό δίχτυ ψαρέματος [νεοελλ. δίφανα, πληθ. του επιθ. δίφανο (= δίχτυ με δύο φανιές, δηλ. όψεις με μεγάλες θηλιές) > τουρκ.].
difteri = διφθερίτιδα [ελλ. > γαλλ. diphtérie > τουρκ.].
diftong = δίφθογγος [μετγν. ελλ. > γαλλ. diphtongue > τουρκ.].
dikel = δικέλλι [αρχ. ελλ. δίκελλα > μεσν. ελλ. δικέλλι > τουρκ.].
dilemma = δίλημμα [μετγν. ελλ. > τουρκ.].
dimi = δίμιτο, ύφασμα με πυκνή ύφανση [μεσν. ελλ. δίμιτον > τουρκ.].
dinamik = δυναμικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. dynamique > τουρκ.].
dinamit = δυναμίτης [ελλ. > γαλλ. dynamite > τουρκ.].
dinamizm = δυναμισμός [ελλ. > γαλλ. dynamisme > τουρκ.].
dinamo = δυναμό [ελλ. > γαλλ. dynamo > τουρκ.].
dinamometre = δυναμόμετρο [ελλ. > γαλλ. dynamomètre > τουρκ.].
dinozor = δεινόσαυρος [ελλ. > γαλλ. dinosaure > τουρκ.].
diploma = δίπλωμα [αρχ. ελλ. > ιταλ. diploma > τουρκ.].
diplomalı = διπλωματούχος [αρχ. ελλ. δίπλωμα + τουρκ. –lı > τουρκ.].
diplomasız = χωρίς δίπλωμα [αρχ. ελλ. δίπλωμα + τουρκ. –sız > τουρκ.].
diplomasi = διπλωματία [ελλ. > γαλλ. diplomatie > τουρκ.].
diplomat = διπλωμάτης [ελλ. > γαλλ. diplomate > τουρκ.].
diplomatik = διπλωματικός [ελλ. > γαλλ. diplomatique > τουρκ.].
diplomatlık = διπλωματία [ελλ. > γαλλ. diplomate + τουρκ. –lık > τουρκ.].
diren, dirgen = δικράνι, γεωργικό εργαλείο [αρχ. ελλ. δίκρανον > τουρκ.].
dirhem = δράμι [αντιδ. *δράχμιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. δραχμή > αραβ. dirhem > τουρκ. dirhem, μεσν. ελλ. δράμιον > νεοελλ. δράμι].
disk = δίσκος [αρχ. ελλ. > γαλλ. disque > τουρκ.].
diskotek = ντισκοτέκ [αντιδ. αρχ. ελλ. δίσκος + θήκη > γαλλ. discothèque > νεοελλ., τουρκ.].
ditiramp = διθύραμβος [αρχ. ελλ. > γαλλ. dithyrambe > τουρκ.].
diyabet = σακχαρώδης διαβήτης [μετγν. ελλ. > γαλλ. diabète > τουρκ.].
diyabetik = διαβητικός [νεοελλ. > γαλλ. diabétique > τουρκ.].
diyafram = διάφραγμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. diaphragme > τουρκ.].
diyagonal = διαγώνιος [μετγν ελλ. > γαλλ. diagonal > τουρκ.].
diyagram = διάγραμμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. diagramme > τουρκ.].
diyakoz = διάκος [μεσν. ελλ. > τουρκ.].
diyakroni = διαχρονία [ελλ. > γαλλ. diachronie > τουρκ.].
diyakronik = διαχρονικός [ελλ. > γαλλ. diachronique > τουρκ.].
diyalekt = διάλεκτος [αρχ. ελλ. > γαλλ. dialecte > τουρκ.].
diyalektik = διαλεκτική [αρχ. ελλ. > γαλλ. dialectique > τουρκ.].
diyalektoloji = διαλεκτολογία [ελλ. > γαλλ. dialectologie > τουρκ.].
diyalektolojik = διαλεκτολογικός [ελλ. > γαλλ. dialectologique > τουρκ.].
diyalel = διαλογισμός [αρχ. ελλ. > γαλλ. diallèle > τουρκ.].
diyaliz = διάλυση, ανάλυση [αρχ. ελλ. > γαλλ. dialyse > τουρκ.].
diyalog = διάλογος [αρχ. ελλ. > γαλλ. dialogue > τουρκ.].
diyapazon = διαπασών [αρχ. ελλ. > γαλλ. diapason > τουρκ.].
diyastaz = διάσταση [αρχ. ελλ. > γαλλ. diastase > τουρκ.].
diyastol = διαστολή (ιατρ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. diastole > τουρκ.].
diyet = δίαιτα [αρχ. ελλ. > γαλλ. diète > τουρκ.].
diyetetik = διαιτητική [ελλ. > γαλλ. diététique > τουρκ.].
diyez = δίεση [αρχ. ελλ. > γαλλ. dièse > τουρκ.].
diyoptri = διοπτρία, μονάδα ισχύος φακών [ελλ. > γαλλ. dioptrie > τουρκ.].
dizanteri = δυσεντερία [αρχ. ελλ. > γαλλ. dysenterie > τουρκ.].
dogma = δόγμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. dogme > τουρκ.].
dogmatik = δογματικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. dogmatique > τουρκ.].
dogmatizm = δογματισμός [μετγν. ελλ. > γαλλ. dogmatisme > τουρκ.].
dolikosefal = δολιχοκέφαλος, μακροκέφαλος [ελλ. > γαλλ. dolichocéphale > τουρκ.].
doz = δόση [αρχ. ελλ. > γαλλ. dose > τουρκ.].
dragon = δράκοντας, δραγόνος [αντιδ. αρχ. ελλ. δράκων > λατ. draco > γαλλ. dragon > τουρκ., νεοελλ. δραγόνος].
drahmi = δραχμή [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
drahoma = τράχωμα, προίκα σε μετρητά [μεσν. ελλ. *τραχώνω (= προικίζω με τραχύ, δηλ. ασημένιο νόμισμα) > τουρκ.].
draje = κουφέτο [αρχ. ελλ. τράγημα (= ξηρός καρπός) > λατ. tragemata > γαλλ. dragée > τουρκ.].
dram = δράμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. drame > τουρκ.].
dramatik = δραματικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. dramatique > τουρκ.].
dramaturg = δραματουργός [μετγν. ελλ. > γαλλ. dramaturge > τουρκ.].
dramaturji = δραματουργία [μετγν. ελλ. > γαλλ. dramaturgie > τουρκ.].
droseragiller = είδος φυτού [αρχ. ελλ. δροσερά + τουρκ –giller > τουρκ.].
düven = δουκάνη, δοκάνη, εργαλείο αλωνίσματος [αρχ. ελλ. τυκάνη > νεοελλ. δουκάνη > τουρκ.].

 Και πάει λέγοντας...

0 σχόλια

Τα στοιχεία σας είναι ασφαλή! Το email σας δεν δημοσιεύεται...
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά.

THE VANQUISH: Η καινοτομία στην αναίμακτη λιποαναρρόφηση

Μία μεγάλη επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη σημειώθηκε πρόσφατα στις Η.Π.Α., καθιστώντας την αντιμετώπιση του τοπικού πάχους και της κυτταρίτιδας μια απλή και τελείως ανώδυνη υπόθεση. Η νέα μέθοδος λιποαναρρόφησης χωρίς επαφή με το δέρμα και χωρίς πόνο (PAINLESS, CONTACTLESS) ονομάζεται “Vanquish” και εφαρμόζεται πλέον και ...

Διαβάστε περισσότερα

Το θαύμα του πετρελαίου:πως δημιουργήθηκε,πως εντοπίζεται,πως εξορύσσεται

Το πετρέλαιο δημιουργήθηκε με την αποσύνθεση θαλάσσιων, κυρίως, ζώων και φυτών, που θάφτηκαν κάτω από διαδοχικές στιβάδες λάσπης, πριν από 400 - 500 εκατομμύρια χρόνια.Η αρχική προϋπόθεση για μια τέτοια διαδικασία είναι μια ρηχή θάλασσα (όπως είναι ο Κόλπος του Μεξικού), με νερά πλούσια σε ...

Διαβάστε περισσότερα

Πετρελαικός πονοκέφαλος στη γειτονιά μας,462 χρόνια από την πρώτη γεώτρηση

Το πετρέλαιο αποκαλείται και μαύρος χρυσός ή τσάι του Τέξας. Ως λέξη προέρχεται από την ελληνική «πέτρα» και τη λατινική oleum που σημαίνει « λάδι » και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Γερμανό ορυκτολόγο Agricola, το 1556. Καμία άλλη πρώτη ύλη δεν έχει παίξει τόσο ...

Διαβάστε περισσότερα

Δημογραφικό :όχι μόνο οι Ελληνίδες αλλά και οι μετανάστριες σταμάτησαν να γεννούν!

Μαζί με πολλούς άλλους μύθους , η οικονομική κρίση διέλυσε και τον μύθο ότι οι μετανάστες μαζί με άλλα προβλήματα μας θα λύσουν και το δημογραφικό. Η βεβαιότητα αυτή ώθησε τις ελληνικές κυβερνήσεις στην απόφαση να μη λάβουν τα ριζοσπαστικά μέτρα που είχαν προτείνει η ...

Διαβάστε περισσότερα

Εικόνες–σοκ στο κέντρο της Αθήνας, δίπλα στη Νομική

Τι λεζάντα μπορούσε να βάλει κανείς κάτω από τη φωτογραφία ενός νέου που κείτεται στο γρασίδι του πάρκου, δίνοντας την εντύπωση ότι είναι σε κώμα την ώρα που ένας άλλος νέος στο βάθος της φωτογραφίας ,κάνει χρήση ναρκωτικών ; Αμίλητοι οι θεατές του περιστατικού ,προσπερνούν ...

Διαβάστε περισσότερα

Προς δημογραφικό κραχ: για 5η συνεχή χρονιά περισσότεροι οι θάνατοι από τις γεννήσεις

Μείωση των γεννήσεων και αύξηση των θανάτων  δείχνουν τα στατιστικά στοιχεία της ΕΣΤΑΤ για την εξέλιξη των δημογραφικών μεγεθών το 2017.  Η συρρίκωση του  πληθυσμού στη χώρας ,απότοκος κι αυτή της οικονομικής κρίσης που πρωτοεμφανίστηκε το 2013 ,συνεχίζεται με  ταχείς  ρυθμούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι  πέρυσι, οι γεννήσεις στην Ελλάδα ανήλθαν σε 88.553 ...

Διαβάστε περισσότερα

Αυξάνεται δραματικά η υπογεννητικότητα στην Ελλάδα

Δυσοίωνα είναι τα στατιστικά στοιχεία για την εξέλιξη του πληθυσμού της Ελλάδας, καθώς τα συστηματικά χαμηλά ποσοστά γεννήσεων και το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής μετασχηματίζουν τη σύνθεση της ηλικιακής πυραμίδας. Αυτά επισημαίνει η Ελληνική Γεροντολογική και Γηριατρική Εταιρεία ενόψει της 1ης Οκτωβρίου, Παγκόσμιας Ημέρας Ηλικιωμένων, υπογραμμίζοντας ...

Διαβάστε περισσότερα

Κατάλοιπα της κρίσης:Φόβος,ανασφάλεια, καχυποψία...

Φοβισμένοι , ανασφαλείς και καχύποπτοι. Αυτοί είναι ο Έλληνες ,σύμφωνα με μελέτη που έδειξε ότι ένας στους τρεις δεν θα ήθελε ομοφυλόφιλους στη γειτονιά του, ένας στους τέσσερις μετανάστες και ένας στους πέντε άτομα διαφορετικής θρησκείας. Η μελέτη που έγινε από την διαΝΕΟσις, σε συνεργασία με ...

Διαβάστε περισσότερα

Αυτόφωρο στα χρόνια του Μεταξά...

Ας ψάξουν οι νομικοί. Η νομοθεσία μας ( μιλάμε για 21 νόμους, προεδρικά διατάγματα, αναγκαστικούς νόμους, υπουργικές αποφάσεις) εκτός από το αυτόφωρο για αδικήματα Τύπου ,μπορεί να έχει κι άλλα νομοθετικά κατάλοιπα της μεταξικής εποχής. Όχι τίποτε αλλά για να αποφύγουμε αυτό που ζούμε σήμερα . ...

Διαβάστε περισσότερα

Η τεχνολογία εξελίσσεται,εσύ;Το Certificate in Advanced Social Media Management θα σε κάνει να ξεχωρίσεις

Η τεχνολογία προχωράει και εσύ θα μείνεις στάσιμος; Αυτό είναι το απόλυτο Professional Certificate in Advanced Social Media Management που πρέπει να παρακολουθήσεις για να μπορέσεις να εξελίξεις τις γνώσεις σου στο Social Media Management. Καθώς εισάγονται νέες τεχνολογίες στον χώρο εργασίας, οι ικανότητες μας χρειάζονται ...

Διαβάστε περισσότερα

Ανεξίτηλη ,μετά από 4 μήνες ,η σφραγίδα του Ρουβίκωνα στο κτίριο του Σ.τ.Ε

Όταν πριν από περίπου 30 χρόνια σχεδιαζόταν η μεταφορά του Συμβουλίου Επικρατείας από το κτίριο της Βουλής στο κτίριο του Αρσακείου ,όπου βρίσκεται σήμερα , οι ανώτατοι δικαστές απαίτησαν και πέτυχαν ακόμη και το κλείσιμο επιχειρήσεων ( φαγάδικα, καταστήματα ρούχων κλπ )που για αισθητικούς ,αλλά ...

Διαβάστε περισσότερα

Τα μυστικά του Τσάμπιονς Λινκ μέσα από τα στατιστικά των αγώνων

Από τα αποτελέσματα των αγώνων του Τσάμπιονς Λινκ 2016-2017 προκύπτει ότι οι ομάδες πέτυχαν 3.04 τέρματα ανά αγώνα. Η έδρα έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επίτευξη τερμάτων (60%)και η ομάδα που πέτυχε πρώτη τέρμα συνήθως κέρδισε το παιχνίδι (73%).   Τα περισσότερα τέρματα επιτεύχθηκαν στο δεύτερο ημίχρονο (52%)και ...

Διαβάστε περισσότερα

Προεκλογικό κλίμα μεταξύ των πτερωτών δημοτών της Ομόνοιας…

Οι πολιτικοί παρατηρητές σπάνε το κεφάλι τους για το πότε θα γίνουν οι εκλογές , τα περιστέρια της Ομόνοιας ,ωστόσο, έχουν πιάσει θέση σε επίκαιρα σημεία της πλατείας . Δύο τα σενάρια για την πρωτοβουλία τους. Βιάζονται ,λέει το πρώτο, να έχουν το δικό τους στασίδι ...

Διαβάστε περισσότερα

Taste of Athens!

Tο Taste Festivals, η μεγαλύτερη διεθνής πλατφόρμα γαστρονομικών φεστιβάλ, που δραστηριοποιείται σε 20 και πλέον μεγάλες μητροπόλεις του πλανήτη- και ειδικά σε εμβληματικά γαστρονομικά spots όπως το Λονδίνο, το Παρίσι, το Μιλάνο, το Ντουμπάι κ.α. έρχεται για πρώτη φορά στην Αθήνα στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα ...

Διαβάστε περισσότερα

Όταν οι βάνδαλοι πάνε διακοπές χαίρονται και τα αγάλματα ...

Έκπληκτοι οι διερχόμενοι τον πεζόδρομο δίπλα στην Ακαδημία Αθηνών προσπαθούσαν να εξηγήσουν πως έγινε και η προτομή του πρώην πρωθυπουργού και ακαδημαικού Παναγιώτη Κανελλόπουλου βρέθηκε καθαρή από μουντζούρες – πρώτη φορά ύστερα από πολλούς μήνες ή μήπως χρόνια; Η προτομή έχει φάει τόση μουντζούρα όση ...

Διαβάστε περισσότερα

Οριακή η κατάσταση στο hot spot της Μόριας-Του Μιχάλη Κανιμά

Δραματική προειδοποίηση περιφερειάρχη και εργαζομένων για την κατάσταση στο hot spot της Λέσβου απευθύνουν οι εργαζόμενοι στο Κέντρο Ταυτοποίησης και Υποδοχής του νησιού και η περιφερειάρχης Αιγαίου. Σύμφωνα με τους εργαζόμενους, ο αριθμός των φιλοξενουμένων αυξάνεται διαρκώς και έχει φτάσει τις 8.500, ενώ η δυνατότητα ...

Διαβάστε περισσότερα

Τσιπούρες μεγαλωμένες με μαστίχα Χίου!

Η μαστίχα της Χίου πάει τελικά με όλα. Η γεωγραφία των χρήσεων της είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Εκείνο που εκπλήσσει περισσότερο σχετικά μ το θέμα αυτό είναι μία επιγραφή σε ένα πάγκο με ψάρια από τη Χίο ,στην Βαρβάκειο αγορά της Αθήνας. Ούτε λίγο ούτε πολύ ,ο ...

Διαβάστε περισσότερα

Αγροτικά 100 ίππων ,δύο αλόγων και ενός γαιδάρου!

Αυτοκίνητα με πολλούς ίππους και δύο άλογα επινόησε ο άνθρωπος της υπαίθρου για να έχει στη διάθεση του μεταφορικά μέσα παντός καιρού και εδάφους. Στο ίσωμα χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο με τους ίππους, στο δε βουνό τα άλογα , που είναι δεμένα στην καρότσα του αγροτικού ...

Διαβάστε περισσότερα

Κυκλάδες :Το ερωτικό καταφύγιο των θεών,που έγινε λημέρι σύγχρονων ημιθέων

Από πού πήραν το όνομα τους οι Κυκλάδες; Σύμφωνα με μία εκδοχή ονομάστηκαν έτσι από τις Νύμφες Κυκλάδες, που τις μεταμόρφωσε σε βραχονησίδες ο Ποσειδώνας. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή ,το όνομα τους προέρχεται από τη λέξη «Κύκλος» επειδή οι ορμητικοί άνεμοι ανάγκαζαν τα πλοία ...

Διαβάστε περισσότερα

Γιατί αυξάνονται οι βιασμοί το καλοκαίρι;Τι είναι ο «θερμικός νόμος»

Οι καύσωνες ,κατά τους επιστήμονες, ενεργοποιούν τον λεγόμενο «θερμικό νόμο» , που διατυπώθηκε στα πρώτα χρόνια της εγκληματολογίας και λέει ότι τους θερμούς μήνες του έτους υπερτερούν τα εγκλήματα κατά προσώπου, η αποκαλούμενη και «βία των παθών». Ανθρωποκτονίες, βιασμοί, βίαιες επιθέσεις, ξυλοδαρμοί. Αντίθετα, στη διάρκεια ...

Διαβάστε περισσότερα

Και ξαφνικά οι τουρίστες έπεσαν πάνω στον Ηρακλή και τον Θησέα!

«Έχω πράμα που σαλεύει» , θα διαλαλούσε στους τουρίστες της Αθήνας ένας τελάλης αρχαιοτήτων δείχνοντας τον σύγχρονο Ηρακλή που συνεχίζει τους άθλους του αρχαίου ήρωα στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Και πράγματι ποιος έχει ξαναδεί …ομιλούσα αρχαιότητα σαν τον Κωνσταντίνο, τον Ελληνοαυστραλό στην καταγωγή ,αλλά γνήσιο ...

Διαβάστε περισσότερα

Η ιστορία του ενδύματος από το φύλλο συκής των Πρωτοπλάστων μέχρι τα μοντελάκια της Ζιζέλ

Πέρασαν τουλάχιστον 25.000 χρόνια από τότε που ο άνθρωπος επινόησε την πρώτη ενδυμασία του , βάζοντας έτσι το πρώτο λιθαράκι σ’αυτό που σήμερα αποκαλούμε βιομηχανία της μόδας , η οποία αποτελεί έναν από τους πιο δυναμικούς κλάδους της παγκόσμιας οικονομίας , με τζίρους τρισεκατομμυρίων. Σύμφωνα με ...

Διαβάστε περισσότερα

Η εισβολή της κάλτσας στην πολιτική ζωή…

Τι είναι η κάλτσα; Πρόκειται για ένα εσώρουχο που φοριέται στα πόδια για να προστατεύει το δέρμα από την τριβή με το εσωτερικό του παπουτσιού, να απορροφά τον ιδρώτα και να προφυλάσσει από το κρύο. Ενίοτε,όμως μπορεί να εκθέσει κάποιον ποικιλοτρόπως. Τον Σεπτέμβριο του 2009 ο ...

Διαβάστε περισσότερα