Ελληνοτουρκικός γλωσσικός αχταρμάς

Special Report
1 Ιουνίου 2018 10:18:00

Περισσότερες από 300 τουρκικές λέξεις ευρείας χρήσεως χρησιμοποιούμε σήμερα στην Ελλάδα κι αν συνεχίσουν τα ΜΜΕ να αναμεταδίδουν τα διαγγέλματα Ερντογάν, θα γίνουν πολύ περισσότερες . Εκατοντάδες και οι ελληνικές λέξεις που χρησιμοποιούν οι Τούρκοι. Να δούμε πρώτα τις τουρκικές που έμειναν στη χώρα μας από την εποχή της τουρκοκρατίας.

ΓΙΑΟΥΡΤΙ (πηγμένο γάλα),

ΚΑΡΠΟΥΖΙ (υδροπέπων),

ΜΕΝΕΞΕΣ (εύοσμο λουλούδι),

ΣΟΥΓΙΑΣ (μαχαιράκι),

ΤΕΝΕΚΕΣ (δοχείο),

ΦΛΙΤΖΑΝΙ (κύπελλο),

ΤΣΕΠΗ (θυλάκιο),

ΤΑΒΑΝΙ (οροφή),

ΤΖΑΚΙ (παραγώνι),

ΚΑΙΚΙ (βάρκα),

ΜΕΛΤΕΜΙ (άνεμος ετησίας),

ΜΑΝΑΒΗΣ (οπωροπώλης),

ΜΠΑΚΑΛΗΣ (παντοπώλης),

ΓΛΕΝΤΙ (διασκέδαση),

ΚΑΒΓΑΣ (φιλονικία),

ΚΕΦΙ (ευδιαθεσία),

ΧΑΤΙΡΙ (χάρη),

ΝΤΕΡΤΙ (καημός),

ΝΤΑΒΑΝΤΟΥΡΙ (σύγχυση),

ΤΣΙΜΠΟΥΚΙ (καπνοσύριγγα),

ΧΑΣΑΠΙΚΟ (κρεοπωλείο),

ΝΤΟΥΛΑΠΙ (ιματιοθήκη),

ΔΕΡΒΕΝΙ (κλεισούρα),

ΜΠΑΙΡΑΚΙ (σημαία),

ΤΣΟΜΠΑΝΗΣ (βοσκός-ποιμένας),

ΓΙΛΕΚΟ (περιθωράκιον),

ΧΑΜΠΑΡΙΑ (αγγελία-νέα),

ΓΙΑΠΙ (οικοδομή),

ΓΙΑΚΑΣ (περιλαίμιο),

ΓΙΑΡΜΑΣ (ροδάκινο),

ΓΙΝΑΤΙ (πείσμα),

ΓΙΟΥΡΟΥΣΙ (επίθεση),

ΓΚΕΜΙ (χαλινάρι),

ΓΟΥΡΙ (τύχη),

ΓΡΟΥΣΟΥΖΗΣ (κακότυχος),

ΓΚΑΙΝΤΑ (άσκαυλος),

ΕΡΓΕΝΗΣ (άγαμος),

ΖΑΜΑΝΙΑ (μεγάλο χρονικό διάστημα),

ΖΑΡΖΑΒΑΤΙΚΑ (λαχανικά),

ΖΟΡΙ (δυσκολία),

ΖΟΥΜΠΟΥΛΙ (υάκινθος),

ΚΑΒΟΥΚΙ (καύκαλο),

ΚΑΒΟΥΡΔΙΖΩ(φρυγανίζω-ξεροψήνω),

ΚΑΖΑΝΙ (λέβητας),

ΚΑΣΜΑΣ (αξίνα-σκαπάνη),

ΚΑΛΕΜΙ (γραφίδα),

ΚΑΛΟΥΠΙ (μήτρα-πρότυπο),

ΚΑΛΠΙΚΟΣ (κίβδηλος),

ΚΑΠΑΚΙ (σκέπασμα- κάλυμμα),

ΚΑΡΑΟΥΛΙ (φρουρά-σκοπιά),

ΚΟΥΒΑΣ (κάδος-αγγείο),

ΝΤΙΠ ΓΙΑ ΝΤΙΠ (ολωσδιόλου),

ΚΑΤΣΙΚΑ (ερίφι-γίδα),

ΚΕΛΕΠΟΥΡΙ (ανέλπιστο εύρημα),

ΚΙΜΑΣ (ψιλοκομμένο κρέας),

ΚΙΟΣΚΙ (περίπτερο),

ΚΟΛΑΙ (ευκολία-άνεση),

ΚΟΛΑΟΥΖΟΣ (οδηγός),

ΚΟΠΙΤΣΑ (πόρπη),

ΚΟΤΖΑΜ (τεράστιος-πελώριος),

ΚΟΤΣΑΝΙ (μίσχος),

ΚΑΦΑΣΙ (κιβώτιο),

ΚΟΤΣΙ (αστράγαλος),

ΚΟΥΒΑΡΝΤΑΣ (γενναιόδωρος-ανοιχτοχέρης),

ΚΟΥΜΠΑΡΑΣ (δοχείο χρημάτων),

ΚΟΥΣΟΥΡΙ (ελάττωμα-μειονέκτημα),

ΚΟΥΤΟΥΡΟΥ (ασύνετα-απερίσκεπτα),

ΛΑΓΟΥΜΙ (υπόνομος-οχετός),

ΛΑΠΑΣ (χυλός),

ΛΕΒΕΝΤΗΣ (ανδρείος-ευσταλής),

ΛΕΚΕΣ (κηλίδα),

ΛΕΛΕΚΙ (πελαργός),

ΛΟΥΚΙ (υδροσωλήνας),

ΜΑΓΙΑ (προζύμη-ζυθοζύμη),

ΜΑΓΚΑΛΙ (πύραυνο),

ΜΑΓΚΟΥΦΗΣ (έρημος),

ΜΑΙΝΤΑΝΟΣ (πετροσέλινο-μακεδονίσι),

ΜΑΝΤΖΟΥΝΙ (φάρμακο),

ΜΑΟΥΝΑ (φορτηγίδα),

ΜΑΡΑΖΙ (φθίση),

ΜΑΡΑΦΕΤΙ (μικρό εργαλείο),

ΜΑΣΟΥΡΙ(μικρό ξύλο),

ΜΑΧΑΛΑΣ (συνοικία),

ΜΕΖΕΣ (ορεκτικά),

ΜΕΝΤΕΣΕΣ (στρόφιγγα),

ΜΕΡΑΚΙ (πόθος),

ΜΕΡΕΜΕΤΙ (επισκευή-επιδιόρθωση),

ΜΟΥΣΑΜΑΣ (κερωμένο-αδιάβροχο ύφασμα),

ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ(φιλοξενούμενος-επισκέπτης),

ΜΠΑΓΙΑΤΙΚΟ (μη νωπό),

ΜΠΑΓΛΑΡΩΝΩ (δένω-φυλακίζω),

ΜΠΑΛΤΑΣ (πελέκι),

ΜΠΑΜΙΑ (ιβίσκος ο εδώδιμος),

ΜΠΑΜΠΑΣ (πατέρας),

ΜΠΑΜΠΑΛΗΣ(ο πολύ γέρος),

ΜΠΑΞΕΣ (περιβόλι-κήπος),

ΜΠΑΡΟΥΤΙ (πυρίτιδα),

ΜΠΑΤΖΑΚΙ (κνήμη-σκέλη),

ΜΠΑΤΖΑΝΑΚΗΣ (σύγαμπρος-συννυφάδα),

ΜΠΑΤΙΡΙΣΑ(πτωχεύω-χρεοκοπώ),

ΜΠΑΧΑΡΙΚΟ (αρωματικό άρτυμα),

ΜΠΕΚΡΗΣ (μέθυσος),

ΜΠΕΛΑΣ(ενόχληση),

ΜΠΟΓΙΑ (βαφή-χρώμα),

ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ (ελαιοχρωματιστής)

ΜΠΟΙ (ανάστημα-ύψος),

ΜΠΟΛΙΚΟΣ (άφθονος),

ΜΠΟΣΤΑΝΙ (λαχανόκηπος),

ΜΠΟΣΙΚΟΣ (χαλαρός),

ΜΠΟΥΖΙ (πάγος-ψύχρα),

ΜΠΟΥΛΟΥΚΙ (στίφος-άτακτο πλήθος),

ΜΠΟΥΛΟΥΚΟΣ (καλοθρεμμένος-παχουλός),

ΜΠΟΥΝΤΑΛΑΣ (κουτός-ανόητος),

ΜΠΟΥΝΤΡΟΥΜΙ (φυλακή),

ΜΠΟΥΡΙ (καπνοσωλήνας),

ΜΠΟΡΑ (καταιγίδα)

ΜΠΟΥΤΙ (μηρός),

ΜΠΟΥΧΤΙΣΜΑ (κορεσμός),

ΝΑΖΙ (κάμωμα-φιλαρέσκεια),

ΝΤΑΜΑΡΙ (φλέβα-λατομείο),

ΝΤΑΜΠΛΑΣ (αποπληξία),

ΝΤΑΝΤΑ (παραμάνα-τροφός),

ΝΤΑΡΑΒΕΡΙ (συναλλαγή-αγοραπωλησία),

ΝΤΕΛΑΛΗΣ (διαλαλητής),

ΝΤΕΛΗΣ (παράφρονας),

ΝΤΙΒΑΝΙ (κρεβάτι),

ΝΤΟΥΒΑΡΙ (τοίχος),

ΝΤΟΥΜΑΝΙ (καταχνιά-καπνός),

ΝΤΟΥΝΙΑΣ (κόσμος-ανθρωπότητα),

ΠΑΖΑΡΙ (αγορά-διαπραγμάτευση),

ΠΑΝΤΖΑΡΙ (κοκκινογούλι-τεύτλο),

ΠΑΤΖΟΥΡΙ (παραθυρόφυλλο),

ΠΑΠΟΥΤΣΙ (υπόδημα),

ΠΕΡΒΑΖΙ (πλαίσιο θυρών),

ΠΙΛΑΦΙ (ρύζι),

ΡΑΧΑΤΙ (ησυχία)

ΣΑΚΑΤΗΣ (ανάπηρος),

ΣΑΜΑΤΑΣ (θόρυβος),

ΣΕΝΤΟΥΚΙ (κιβώτιο),

ΣΕΡΤΙΚΟ (τσουχτερό, βαρύ),

ΣΙΝΑΦΙ (συντεχνία, κοινωνική τάξη),

ΣΙΝΤΡΙΒΑΝΙ(πίδακας),

ΣΙΡΟΠΙ (πυκνόρρευστο διάλυμα ζάχαρης),

ΣΑΙΝΙ (ευφυής),

ΡΑΚΙ (τσικουδιά, τσίπουρο),

ΡΟΥΣΦΕΤΙ (χαριστική εξυπηρέτηση),

ΣΟΒΑΣ (ασβεστοκονίαμα),

ΣΟΙ (καταγωγή-γένος),

ΣΟΚΑΚΙ (δρόμος),

ΣΟΜΠΑ (θερμάστρα),

ΣΟΥΛΟΥΠΙ (μορφή-σχήμα),

ΤΑΜΠΛΑΣ (αποπληξία-συγκοπή),

ΤΑΠΙ (χωρίς χρήματα),

ΤΑΡΑΜΑΣ (αυγοτάραχο),

ΤΑΣΑΚΙ (σταχτοδοχείο),

ΤΑΧΙΝΙ (αλεσμένο σουσάμι),

ΤΑΨΙ (μαγειρικό σκεύος),

ΤΕΚΕΣ (καταγώγιο),

TΕΜΠΕΛΗΣ (οκνηρός-ακαμάτης),

ΤΕΡΤΙΠΙ (τέχνασμα-απάτη),

ΤΕΦΑΡΙΚΙ (εκλεκτό-αριστούργημα),

ΤΕΦΤΕΡΙ(κατάστιχο),

ΤΖΑΜΙ (υαλοπίνακας-γυαλί),

ΤΣΑΜΠΑ (δωρεάν),

ΤΖΑΝΑΜΠΕΤΗΣ (κακότροπος-δύστροπος),

ΤΟΠΙ (σφαίρα),

ΤΟΥΛΟΥΜΙ (ασκός),

ΤΟΥΛΟΥΜΠΑ (αντλία),

ΤΟΥΜΠΕΚΙ (σιωπή),

ΤΡΑΜΠΑ (ανταλλαγή),

ΤΣΑΙΡΙ (λιβάδι-βοσκοτόπι),

ΤΣΑΚΑΛΙ (θώς),

ΤΣΑΚΙΡΗΣ (γαλανομάτης),

ΤΣΑΚΜΑΚΙ (αναπτήρας),

ΤΣΑΝΤΑ (δερμάτινη θήκη),

ΤΣΑΝΤΙΡΙ (σκηνή),

ΤΣΑΠΑΤΣΟΥΛΗΣ (ανοικοκύρευτος-άτσαλος),

ΤΣΑΡΚΑ (επιδρομή-περιπλάνηση),

ΤΣΑΝΤΙΖΩ (εξοργίζω-προσβάλω),

ΤΣΑΧΠΙΝΗΣ(κατεργάρης-πονηρός),

ΤΣΙΓΚΕΛΙ(αρπάγη-σιδερένιο άγκιστρο),

ΤΣΙΦΟΥΤΗΣ-ΤΣΙΓΚΟΥΝΗΣ (φιλάργυρος),

ΤΣΙΡΑΚΙ (ακόλουθος),

ΤΣΙΣΑ(ούρα),

ΤΣΙΦΤΗΣ (άψογος-ικανός),

ΤΣΟΥΒΑΛΙ (σακί),

ΤΣΟΥΛΟΥΦΙ (δέσμη μαλλιών),

ΤΖΟΓΛΑΝΙ (νέος)

ΤΣΟΠΑΝΗΣ (βοσκός)

ΦΑΡΑΣΙ (φτυάρι-σκουπιδολόγος),

ΦΑΡΣΙ (τέλεια-άπταιστα),

ΦΥΝΤΑΝΙ(φυτώριο),

ΦΙΣΤΙΚΙ (πιστάκη),

ΦΥΤΙΛΙ (θρυαλλίδα),

ΦΟΥΚΑΡΑΣ (κακομοίρης-άθλιος),

ΦΟΥΝΤΟΥΚΙ (λεπτοκάρυο-λευτόκαρο),

ΦΡΑΝΤΖΟΛΑ (ψωμί),

XABOYZA(δεξαμενή νερού),

ΧΑΖΙ (ευχαρίστηση),

ΧΑΛΑΛΙΖΩ (συγχωρώ),

ΧΑΛΙ (άθλιο),

ΧΑΛΙ (τάπητας),

ΧΑΛΚΑΣ (κρίκος),

ΧΑΜΑΛΗΣ(αχθοφόρος),

ΧΑΝΙ (πανδοχείο),

ΧΑΠΙ (καταπότι),

ΧΑΡΑΜΙ (άδικα),

ΧΑΡΜΑΝΗΣ (χασισοπότης),

ΧΑΡΤΖΙΛΙΚΙ (μικρό χρηματικό ποσό),

ΧΑΒΑΣ (μουσικός σκοπός)

ΧΑΦΙΕΣ(καταδότης),

ΧΟΥΖΟΥΡΕΜΑ (ανάπαυση),

ΧΟΥΙ (ιδιοτροπία),

ΧΟΥΝΕΡΙ (πάθημα-εξαπάτηση).

 

Ελληνικές λέξεις που χρησιμοποιούν οι Τούρκοι

 

A : α
abaküs = άβακας [αρχ. ελλ. άβαξ > γαλλ. abacus, abaque > τουρκ.].
abanoz = έβενος [αρχ. ελλ. > περσ. > τουρκ.].
abis = άβυσσος [αρχ. ελλ. άβυσσος > γαλλ. abysse > τουρκ.].

ablatya = είδος αλιευτικού διχτυού με μεγάλα «μάτια», δηλ. μεγάλες θηλιές [νεοελλ. απλάδια, υποκορ. του επιθ. απλά > τουρκ.].
abli = απλή, σκοινί για το ανέβασμα ή κατέβασμα των πανιών πλοίου [νεοελλ. απλή > τουρκ. abli].
abuli = αβουλία [αρχ. ελλ. αβουλία > γαλλ. aboulie > τουρκ.].
açelya, açalya = αζαλέα [αντιδ. αρχ. ελλ. αζαλέος > αγγλ. azalea > νεοελλ. > τουρκ.].
adenit = αδενίτιδα [ελλ. > γαλλ. adénite> τουρκ.].
aerobik = αεροβική [αντιδ. αρχ. ελλ. αερόβιος > γαλλ. aérobique, αγγλ. aerobics > τουρκ., νεοελλ.].
aerodinamik = αεροδυναμική [ελλ. > γαλλ. aérodynamique > τουρκ.].
afazi = αφασία [αντιδ. αρχ. ελλ. άφατος > γαλλ. aphasie > τουρκ., νεοελλ.].
afi (argo) = επίδειξη, φιγούρα [αρχ. ελλ. αφή > τουρκ.].
afoni = αφωνία [αρχ. ελλ. αφωνία > γαλλ. aphonie > τουρκ.].
aforoz, aforizm, aforizma = αφορισμός [αρχ. ελλ. αφορισμός > γαλλ. aphorism > τουρκ.].
aft = άφθα, άφτρα [αρχ. ελλ. άφθα > γαλλ. aphte > τουρκ.].
aftos (argo) = εραστής-ερωμένη [αρχ. ελλ. αυτός > τουρκ.].
afyon = αφιόνι [αντιδ. μετγν. ελλ. όπιον > τουρκ. afyon > μεσν. ελλ. αφιόνιον > νεοελλ. αφιόνι].
afyonkeş = ο χρήστης αφιονιού [νεοελλ. αφιόνι + περσ. –keş > τουρκ.].
agnosi, agnozi = αγνωσία, άγνοια [αντιδ. αρχ. ελλ. άγνωτος > γαλλ. agnosie > τουρκ., νεοελλ.].
agnostisizm = αγνωστικισμός [αντιδ. αρχ. ελλ. άγνωστος > γαλλ. agnosticisme > τουρκ., νεοελλ.].
agora = αρχαία ελληνική αγορά [αρχ. ελλ. αγορά > τουρκ.].
agorafobi = αγοραφοβία [ελλ. > γαλλ. agoraphobie > τουρκ.].
agrafi = αγραφία [ελλ. > γαλλ. agraphie > τουρκ.].
agronomi = αγρονομία [νεοελλ. > γαλλ. agronomie > τουρκ.].
ahır = αχούρι [αντιδ. αρχ. ελλ. άχυρον > περσ. > τουρκ. ahır > μεσν. ελλ. αχούριον > νεοελλ. αχούρι. Κατ’ άλλη άποψη περσ. > τουρκ. > νεοελλ.].
ahlat = άγριο αχλάδι, αγριαχλαδιά [μεσν. ελλ. αχλάδιον > τουρκ.].
ahtapot = χταπόδι [αρχ. ελλ. οκτάπους > μετγν. ελλ. οκταπόδιον > τουρκ.].
akademi = ακαδημία [αρχ. ελλ. > γαλλ. académie > τουρκ.].
akademisyen = ακαδημαϊκός, οπαδός του Πλάτωνος [αρχ. ελλ. ακαδημία + γαλλ. –cien > γαλλ. académicien > τουρκ.].
akademik = ακαδημαϊκός [μετγν. ελλ. > γαλλ. académique > τουρκ.].
akasya = ακακία [αρχ. ελλ. > γαλλ. acacia > τουρκ.].
akkefal = είδος ψαριού του γλυκού νερού [τουρκ. ak + αρχ. ελλ. κεφαλή > τουρκ.].
akrobasi = ακροβασία [νεοελλ. > γαλλ. acrobatie > τουρκ.].
akrobat = ακροβάτης [μετγν. ελλ. > γαλλ. acrobate > τουρκ.].
akrobatik = ακροβατικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. acrobatique > τουρκ.].
akromatopsi = αχρωματοψία [ελλ. > γαλλ. achromatopsie > τουρκ.].
akromegali = ακρομεγαλία [ελλ. > γαλλ. acromégalie > τουρκ.].
akronim = ακρωνύμιο [ελλ. > αγγλ. acronym > τουρκ.].
akropol = ακρόπολη [αρχ. ελλ. ακρόπολις > γαλλ. acropole > τουρκ.].
akroştiş = ακροστιχίδα [μετγν. ελλ. ακροστιχίς > γαλλ. acrostiche > τουρκ.].
aks = άξονας τροχού [αρχ. ελλ. άξων > γαλλ. axe > τουρκ.].
aksiyom = αξίωμα (επιστ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. axiome > τουρκ.].
akson = άξων (ανατ.) [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
aktinit = γενική ονομασία ραδιενεργών στοιχείων [ελλ. ακτίνια > γαλλ. actinite > τουρκ.].
aktinoloji = ακτινολογία [ελλ. > γαλλ. actinologie > τουρκ.].
aktinolojik = ακτινολογικός [ελλ. > γαλλ. actinologique > τουρκ.].
aktinyum = ακτίνιο (χημ.) [ελλ. > αγγλ. actinium > τουρκ.].
akustik = ακουστική [αντιδ. αρχ. ελλ. ακουστικός > γαλλ. acoustique > τουρκ., νεοελλ.].
alay = πλήθος || στρατιωτική μονάδα [αρχ. ελλ. αλλαγή > μεσν. ελλ. αλλάγιον (= στρατιωτική μονάδα) > τουρκ.].
alegori = αλληγορία [μετγν. ελλ. > γαλλ. allégorie > τουρκ.].
alegorik = αλληγορικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. allégorique > τουρκ.].
aleksi = αλεξία (= αδυναμία ανάγνωσης) [ελλ. > γαλλ. alexie > τουρκ.].
alerjen = αλλεργιογόνο [ελλ. > γαλλ. allergène > τουρκ.].
alerji = αλλεργία [ελλ. > γαλλ. allergie > τουρκ.].
alerjik = αλλεργικός [ελλ. > γαλλ. allergique > τουρκ.].
alotropi = αλλοτροπία [ελλ. > γαλλ. allothropie > τουρκ.].
alotropik = αλλοτροπικός [ελλ. > γαλλ. allotropique > τουρκ.].
amazon = αμαζόνα [αρχ. ελλ. Αμαζών > τουρκ.].
ambar = αμπάρι [αντιδ. αρχ. ελλ. εμπόριον > περσ. > τουρκ. > νεοελλ. Κατ’ άλλη άποψη περσ. > τουρκ. > νεοελλ.].
amblem = έμβλημα [μετγν. ελλ. > γαλλ. emblème > τουρκ.].
ametal = αμέταλλο [ελλ. > γαλλ. amétale > τουρκ.].
ametist = αμέθυστος (ημιπ. λίθος) [μετγν. ελλ. > γαλλ. améthyste > τουρκ.].
amfibi = αμφίβιος [αρχ. ελλ. > γαλλ. amphibie > τουρκ.].
amfibol = αμφίβολο (ορυκτό) [ελλ. > γαλλ. amphibole > τουρκ.].
amfiteatr = αμφιθέατρο [μετγν. ελλ. > γαλλ. amphithéâtre > τουρκ.].
amfora = αμφορέας [αρχ. ελλ. αμφορεύς > γαλλ. amphore > τουρκ.].
amip = αμοιβάδα [αρχ. ελλ. αμοιβάς > γαλλ. amibe > τουρκ.].
amnezi = αμνησία [αντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. amnésie > τουρκ., νεοελλ.].
amniyon = άμνιο [αρχ. ελλ. αμνίον, άμνιον > τουρκ.].
amonyak = αμμωνία [αντιδ. μετγν. ελλ. αμμωνιακόν > λατ. ammoniacum > γαλλ. ammoniaque > τουρκ., νεοελλ.].
amorf = άμορφος [αρχ. ελλ. > γαλλ. amorphe > τουρκ.].
ampermetre = αμπερόμετρο [γαλλ. amper + αρχ. ελλ. μέτρον > γαλλ. ampèremètre > τουρκ.].
ampirik = εμπειρικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. empirique > τουρκ.].
ampirist = εμπειριστής [ελλ. > γαλλ. empiriste > τουρκ.].
ampirizm = εμπειρισμός [ελλ. > γαλλ. > empirisme > τουρκ.].
ampul = αμπούλα [αντιδ. αρχ. ελλ. αμφορέα > αμφορά(ν) > λατ. ampulla > γαλλ. ampoule > τουρκ., νεοελλ.].
amyant = αμίαντος [αρχ. ελλ. > γαλλ. amiante > τουρκ.].
anabolizma = αναβολισμός [ελλ. > γαλλ. anabolisme > τουρκ.].
Anadolu = Ανατολή, Ανατολία [αρχ. ελλ. ανατολή > τουρκ.].
anaerobik = αναερόβιος [ελλ. > γαλλ. anaérobique > τουρκ.].
anafilaksi = αναφυλαξία [ελλ. > γαλλ. anaphylaxie > τουρκ.].
anafor = δίνη, αντίρρευμα || (μτφ.) φιλοδώρημα [αρχ. ελλ. αναφορά > νεοελλ. αναφόρι > τουρκ.].
anaforcu = ο επιδιώκων την απόκτηση αγαθών χωρίς κόπο [αρχ. ελλ. αναφορά + τουρκ. –cu > τουρκ.].
anagram = ανάγραμμα, λέξη που είναι προϊόν αναγραμματισμού [ελλ. > γαλλ. anagramme > τουρκ.].
anahtar = ανοιχτήρι, κλειδί [νεοελλ. ανοιχτήρι > τουρκ.].
anakronik = αναχρονιστικός [νεοελλ. > γαλλ. anachronique > τουρκ.].
anakronizm = αναχρονισμός [μεσν. ελλ. > γαλλ. anachronisme > τουρκ.].
analist = αναλυτής [νεοελλ. > γαλλ. analyste > τουρκ.].
analitik = αναλυτικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. analytique > τουρκ.].
analiz = ανάλυση [αρχ. ελλ. > γαλλ. analyse > τουρκ.].
analjezi = αναλγησία [αρχ. ελλ. > γαλλ. analgésie > τουρκ.].
analjezik = αναλγητικός [αντιδ. αρχ. ελλ. αναλγησία > γαλλ. analgésique > νεοελλ., τουρκ.].
analoji = αναλογία [αρχ. ελλ. > γαλλ. analogie > τουρκ.].
analojik = αναλογικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. analogique > τουρκ.].
anamnezi = ανάμνηση, ιστορικό ασθενούς [αρχ. ελλ. > γαλλ. anamnésie > τουρκ.].
anarşi = αναρχία, αναστάτωση [αρχ. ελλ. > γαλλ. anarchie > τουρκ.].
anarşişt = αναρχικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. anarchiste > τουρκ.].
anarşizm = αναρχισμός [ελλ. > γαλλ. anarchisme > τουρκ.].
anartri = αναρθρία [αντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. anarthrie > τουρκ., νεοελλ.].
anason = γλυκάνισο [μετγν. ελλ. άνισον > τουρκ.].
anatomi = ανατομία [αντιδ. αρχ. ελλ. ανατομή > γαλλ. anatomie > τουρκ., νεοελλ.].
anatomik = ανατομικός [αντιδ. αρχ. ελλ. ανατομή > μετγν. ελλ. ανατομικός > γαλλ. anatomique > νεοελλ., τουρκ.].
anatomist = ανατόμος [νεοελλ. > γαλλ. anatomiste > τουρκ.].
anavaşya = η ανάβαση των αποδημητικών ψαριών από τη Μεσόγειο στον Ε. Πόντο, αντίθ. του katavaşya, βλ. λέξη [αρχ. ελλ. ανάβασις > μεσν. ελλ. αναβάσιον > τουρκ.].
andemi = ενδημία [μετγν. ελλ. > γαλλ. endémie > τουρκ.].
andemik = ενδημικός [ελλ. > γαλλ. endémique > τουρκ.].
andropoz = ανδρόπαυση [ελλ. > γαλλ. andropause > τουρκ.].
anekdot = ανέκδοτο [αντιδ. αρχ. ελλ. ανέκδοτος > γαλλ. anecdote > τουρκ., νεοελλ.].
anemi = αναιμία [αρχ. ελλ. > γαλλ. anémie > τουρκ.].
anemik = αναιμικός [ελλ. > γαλλ. anémique > τουρκ.].
anemometre = ανεμόμετρο [ελλ. > γαλλ. anémomètre > τουρκ.].
anemon = ανεμώνη [αρχ. ελλ. > γαλλ. anémone > τουρκ.].
anestezi = αναισθησία [αρχ. ελλ. > γαλλ. anesthésie > τουρκ.].
anesteziyolojik = αναισθησιολογικός [ελλ. > γαλλ. anesthésiologique > τουρκ.].
anevrizma = ανεύρυσμα [αντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. anévrisme > τουρκ., νεοελλ.].
angarya = αγγαρεία [αρχ. ελλ. άγγαρος, περσ. αρχής > μετγν. ελλ. αγγαρεύω > μετγν. ελλ. αγγαρεία > τουρκ.].
anglofil = αγγλόφιλος [νεοελλ. > αγγλ. anglophile > τουρκ.].
anhidrit = ανυδρίτης [ελλ. > γαλλ. anhydrite > τουρκ.].
anjiyo, anjiyografi = αγγειογραφία [ελλ. > τουρκ.].
anjiyoloji = αγγειολογία (ανατ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. angiologie > τουρκ.].
ankiloz = αγκύλωση [μετγν. ελλ. > γαλλ. ankylose > τουρκ.].
anofel = ανωφελής κώνωψ [αρχ. ελλ. ανωφελής > γαλλ. anophèle > τουρκ.].
anomali = ανωμαλία [αρχ. ελλ. > γαλλ. anomalie > τουρκ.].
anonim = ανώνυμος [αρχ. ελλ. > γαλλ. anonyme > τουρκ.].
anorganik = ανόργανος [μετγν. ελλ. > γαλλ. anorganique > τουρκ.].
anot = άνοδος (θετικό ηλεκτρόδιο) [αρχ. ελλ. > γαλλ. anode > τουρκ.].
ansefalit = εγκεφαλίτιδα [ελλ. > γαλλ. encéphalite> τουρκ.].
ansiklopedi = εγκυκλοπαίδεια [αντιδ. μετγν. ελλ. εγκυκλοπαιδεία > γαλλ. encyclopédie > τουρκ., νεοελλ.].
ansiklopedik = εγκυκλοπαιδικός [ελλ. > γαλλ. encyclopédique > τουρκ.].
ansiklopedist = εγκυκλοπαιδιστής [ελλ. > γαλλ. encyclopédiste > τουρκ.].
antagonist = ανταγωνιστής [αρχ. ελλ. > γαλλ. antagoniste > τουρκ.].
antagonizm, antagonizma = ανταγωνισμός [νεοελλ. > γαλλ. antagonisme > τουρκ.].
antarktik = ανταρκτική [αντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. antarctique > τουρκ., νεοελλ.].
anterit = εντερίτιδα [ελλ. > γαλλ. entérite > τουρκ.].
antibiyotik = αντιβιοτικός [ελλ. > γαλλ. antibiotique > τουρκ.].
antidemokratik = αντιδημοκρατικός [νεοελλ. > γαλλ. anti-démocratique > τουρκ.].
antihijyenik = ανθυγιεινός [νεοελλ. > γαλλ. antihygiénique > τουρκ.].
antijen = αντιγόνο [ελλ. > γαλλ. antigène > τουρκ.].
antikiklon = αντικυκλώνας [ελλ. > γαλλ. anticyclone > τουρκ.].
antikor = αντίσωμα [αρχ. ελλ. αντί + γαλλ. kor (corps) > τουρκ. antikor].
antilop = αντιλόπη [αντιδ. μεσν. ελλ. ανθόλοψ > γαλλ. antilope > τουρκ., νεοελλ.].
antinomi = αντινομία [μετγν. ελλ. > γαλλ. antinomie > τουρκ.].
antipati = αντιπάθεια [αρχ. ελλ. > γαλλ. antipathie > τουρκ.].
antipatik = αντιπαθητικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. antipathique > τουρκ.].
antisepsi = αντισηψία [ελλ. > γαλλ. antisepsie > τουρκ.].
antiseptik = αντισηπτικός [ελλ. > γαλλ. antiseptique > τουρκ.].
antitez = αντίθεση [αρχ. ελλ. > γαλλ. antithèse > τουρκ.].
antitoksin = αντιτοξίνη [ελλ. > γαλλ. antitoxine > τουρκ.].
antoloji = ανθολογία [μετγν. ελλ. > γαλλ. anthologie > τουρκ.].
antrasit = ανθρακίτης [αντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. anthracite > τουρκ., νεοελλ.].
antropoit = ανθρωποειδής [αρχ. ελλ. > γαλλ. anthropoïde > τουρκ.].
antropolog = ανθρωπολόγος [ελλ. > γαλλ. anthropologue > τουρκ.].
antropoloji = ανθρωπολογία [ελλ. > γαλλ. anthropologie > τουρκ.].
antropolojik = ανθρωπολογικός [ελλ. > γαλλ. anthropologique > τουρκ.].
antropomorfizm = ανθρωπομορφισμός [ελλ. > γαλλ. anthropomorphisme > τουρκ.].
antroposantrizm = ανθρωποκεντρισμός [ελλ. > γαλλ. anthropocentrisme > τουρκ.].
anyon = ανιόν [αντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. anion > τουρκ., νεοελλ.].
aort = αορτή [αρχ. ελλ. > γαλλ. aorte > τουρκ.].

apokaliptik = αποκαλυπτικός [μεσν. ελλ. > γαλλ. apocalyptique > τουρκ.].
apokrif = απόκρυφος [αρχ. ελλ. > γαλλ. apocryphe > τουρκ.].
apostrof = απόστροφος [αρχ. ελλ. > γαλλ. apostrophe > τουρκ.].
apoşi = απόχη [μετγν. ελλ. υποχή > μεσν. ελλ. απόχη > τουρκ.].
apraksi = απραξία [αρχ. ελλ. > γαλλ. apraxie > τουρκ.].
apsent = αψέντι [αντιδ. αρχ. ελλ. αψίνθιον > γαλλ. apsinthe > τουρκ., νεοελλ.].
apsis (μαθ.) = αψίδα [αρχ. ελλ. > γαλλ. abcisse > τουρκ.].
apukurya = αποκριά [νεοελλ. > τουρκ.].
araka = αρακάς [αρχ. ελλ. άρακος > τουρκ.].
araşit = αραχίδα, είδος φιστικιάς [πιθ. αντιδ. μετγν. ελλ. αραχίδνα > γαλλ. arachide > τουρκ., νεοελλ. αραχίδα].
areometre = αραιόμετρο [ελλ. > γαλλ. aréomètre > τουρκ.].
argon = αργόν (χημ.) [αντιδ. αρχ. ελλ. αργός > γαλλ. argon > τουρκ., νεοελλ.].
argonot = αργοναύτης (είδος μαλακόστρακου) [αρχ. ελλ. > γαλλ. argonaute > τουρκ.].
aristoculuk = αριστοτελισμός [αρχ. ελλ. αριστο– + τουρκ. –culuk > τουρκ.].
aristokrasi = αριστοκρατία [αρχ. ελλ. > γαλλ. aristocratie > τουρκ.].
aristokrat = αριστοκράτης [μετγν. ελλ. > γαλλ. aristocrate > τουρκ.].
aristokratik = αριστοκρατικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. aristocratique > τουρκ.].
aristokratlık = αριστοκρατικότητα [μετγν. ελλ. αριστοκράτης + τουρκ. –lık > τουρκ.].
aritmetik = αριθμητική [αρχ. ελλ. > γαλλ. arithmétique> τουρκ.].
aritmi = αρρυθμία [αρχ. ελλ. > γαλλ. arythmie > τουρκ.].
aritmik = άρρυθμος [αρχ. ελλ. > γαλλ. arythmique > τουρκ.].
arkaik = αρχαϊκός [αρχ. ελλ. > γαλλ. archaïque > τουρκ.].
arkaizm = αρχαϊσμός [μετγν. ελλ. > γαλλ. archaïsme > τουρκ.].
arkeolog = αρχαιολόγος [μεσν. ελλ. > γαλλ. archéologue > τουρκ.].
arkeoloji = αρχαιολογία [αρχ. ελλ. > γαλλ. archéologie > τουρκ.].
arkeolojik = αρχαιολογικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. archéologique > τουρκ.].
arketip = αρχέτυπος [μετγν. ελλ. > γαλλ. archétype > τουρκ.].
arktik = αρκτική [αντιδ. αρχ. ελλ. αρκτικός > γαλλ. arctique > τουρκ., νεοελλ.].
armoni, harmoni = αρμονία [αρχ. ελλ. > γαλλ. harmonie > τουρκ.].
armonik = αρμονικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. harmonique > τουρκ.].
armonyum = αρμόνιο [αντιδ. αρχ. ελλ. αρμονία > λατ. harmonia > γαλλ. harmonium > νεοελλ., τουρκ.].
armuz = ο αρμός ανάμεσα στα ξύλα του καταστρώματος των πλοίων [αρχ. ελλ. αρμός > τουρκ.].
aroma = άρωμα [αρχ. ελλ. > ιταλ. aroma > τουρκ.].
aromalı = αρωματισμένος [αρχ. ελλ. άρωμα + τουρκ. –lı > τουρκ.].
aromaterapi = αρωματοθεραπεία [ελλ. > γαλλ. aromathérapie > τουρκ.].
aromatik = αρωματικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. aromatique > τουρκ.].
arsen, arsenik = αρσενικό (χημ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. arsenic > τουρκ.].
arşiv = αρχείο [αρχ. ελλ. > γαλλ. archives > τουρκ.].
arter = αρτηρία (ανατ.), μτφ. κεντρική λεωφόρος [αρχ. ελλ. > γαλλ. artère > τουρκ.].
arterit = αρτηρίτιδα [ελλ. > γαλλ. artérite > τουρκ.].
artrit = αρθρίτιδα [αρχ. ελλ. αρθρίτις > γαλλ. arthrite > τουρκ.].
artroz = άρθρωση [μετγν. ελλ. > γαλλ. arthrose > τουρκ.].
asbest = ασβέστης [αρχ. ελλ. άσβεστος > γαλλ. asbeste > τουρκ.].
asenkron = ασύγχρονος [ελλ. > γαλλ. asynchrone > τουρκ.].
asepsi = ασηψία [μεσν. ελλ. > γαλλ. asepsie > τουρκ.].
aseptik = ασηπτικός [αρχ. ελλ. άσηπτος > μεσν. ελλ. ασηπτικός > γαλλ. aseptique > τουρκ.].
asfalt = άσφαλτος [μεσν. ελλ. > γαλλ. asphalte > τουρκ.].
asimetri = ασυμμετρία [αρχ. ελλ. > γαλλ. asymétrie > τουρκ.].
asimetrik = ασύμμετρος [αρχ. ελλ. > γαλλ. asymétrique > τουρκ.].
asimptot = ασύμπτωτος [αρχ. ελλ. > γαλλ. asymptote > τουρκ.].
asparagas = διογκωμένη είδηση [αρχ. ελλ. ασπάραγος / ασφάραγος > αγγλ. asparagus > τουρκ. Η σημασία της τουρκ. λέξης φαίνεται ότι συνδέεται με το ρήμα σφαραγώ, που σημαίνει ηχώ, βροντώ].
astar = αστάρι [αντιδ. αρχ. ελλ. ιστός > μετγν. ελλ. ιστάριον > περσ. > τουρκ. astar > νεοελλ. αστάρι. Κατ’ άλλη άποψη η λέξη είναι περσ.].
astım = άσθμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. asthme > τουρκ. astım και παλαιότ. astma].
astigmat = αστιγματικός [ελλ. > γαλλ. astigmate > τουρκ.].
astigmatizm = αστιγματισμός [ελλ. > γαλλ. astigmatisme > τουρκ.].
astrofizik = αστροφυσική [ελλ. > γαλλ. astrophysique > τουρκ.].
astrolog = αστρολόγος [αρχ. ελλ. > γαλλ. astrologue > τουρκ.].
astroloji = αστρολογία [αρχ. ελλ. > γαλλ. astrologie > τουρκ.].
astrolojik = αστρολογικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. astrologique > τουρκ.].
astronom = αστρονόμος [αρχ. ελλ. > γαλλ. astronome > τουρκ.].
astronomi = αστρονομία [αρχ. ελλ. > γαλλ. astronomie > τουρκ.].
astronomik = αστρονομικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. astronomique > τουρκ.].
astronot = αστροναύτης [ελλ. > γαλλ. astronaute > τουρκ.].
ataraksiya = αταραξία [αρχ. ελλ. > γαλλ. ataraxie > τουρκ.].
ateist = αθεϊστής [ελλ. > γαλλ. athéiste > τουρκ.].
ateizm = αθεϊσμός [ελλ. > γαλλ. athéisme > τουρκ.].
aterina = αθερίνα, είδος ψαριού [αρχ. ελλ. αθερίνη > τουρκ.].
atlas = άτλαντας [αρχ. ελλ. ‘Aτλας > τουρκ.].
atlet = αθλητής || ανδρικό εσωτερικό φανελάκι χωρίς μανίκια [αρχ. ελλ. > γαλλ. athlète > τουρκ.].
atletik = αθλητικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. athlétique > τουρκ.].
atletizm = αθλητισμός [ελλ. > γαλλ. athlétisme > τουρκ.].
atmosfer = ατμόσφαιρα [ελλ. > γαλλ. atmosphère > τουρκ.].
atmosferik = ατμοσφαιρικός [ελλ. > γαλλ. atmosphèrique > τουρκ.].
atom = άτομο (χημ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. atome > τουρκ.].
atomal = ατομικός (χημ.) [αρχ. ελλ. άτομον + τουρκ. –mal > τουρκ.].
atomik = ατομικός (χημ.) [ελλ. > γαλλ. atomique > τουρκ.].
avlu = αυλή [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
ayandon = κακοκαιρία που αρχίζει στις 18 Ιανουαρίου, την επομένη του Αγ. Αντωνίου [νεοελλ. ‘Αι Αντώνης > τουρκ.].
ayazma = αγίασμα [μετγν. ελλ. > τουρκ.].
azelya = βλ. açelya
azoik = αζωικός [ελλ. > γαλλ. azoïque > τουρκ.].
azot = άζωτο [ελλ. > γαλλ. azote > τουρκ.].

B : μπε
bakteri = βακτήριο [αντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. bactérie > τουρκ., νεοελλ.].
bakteridi = βακτηρίδιο [αντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. bactéridie > τουρκ., νεοελλ.].
bakteriyolog = βακτηριολόγος [ελλ. > γαλλ. bactériologue > τουρκ.].
bakteriyoloji = βακτηριολoγία [ελλ. > γαλλ. bactériologie > τουρκ.].
bakteriyolojik = βακτηριολoγικός [ελλ. > γαλλ. bactériologique > τουρκ.].
balgam = φλέγμα [αρχ. ελλ. > αραβ. > τουρκ.].
balistik = βαλλιστική [αντιδ. μετγν. ελλ. βαλλίζω > γαλλ. balistique > τουρκ., νεοελλ.].
balsam = βάλσαμο [αρχ. ελλ. βάλσαμον, πιθ. σημιτικό δάνειο > αγγλ. balsam > τουρκ.].
balyoz, varyos = βαριά, μεγάλο σφυρί [μεσν. ελλ. βαριά > τουρκ.].
banyo = μπάνιο, λουτρό [αντιδ. αρχ. ελλ. βαλανείον > λατ. balneum > ιταλ. bagno > τουρκ., νεοελλ. μπάνιο].
barbar = βάρβαρος [αρχ. ελλ. > γαλλ. barbare > τουρκ.].
barbarizm = βαρβαρισμός [αρχ. ελλ. > γαλλ. barbarisme > τουρκ.].
bariton = βαρύτονος (μουσ.) [αντιδ. ελλ. > γαλλ. baryton > τουρκ., νεοελλ.].
barograf = όργανο μέτρησης του ύψους αεροσκάφους [ελλ. > γαλλ. barographe > τουρκ.].
barometre = βαρόμετρο [ελλ. > γαλλ. baromètre > τουρκ.].
baroskop = όργανο μέτρησης της ατμοσφαιρικής πίεσης [ελλ. > γαλλ. baroscope > τουρκ.].
barut = μπαρούτι [αντιδ. μετγν. ελλ. πυρίτις > περσ. > τουρκ. > νεοελλ.].
batimetre = βαθύμετρο [νεοελλ. > γαλλ. bathymètre > τουρκ.].
batiskaf = βαθυσκάφος [ελλ. > γαλλ. bathyscaphe > τουρκ.].
baz = βάση (χημ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. base > τουρκ.].
bazilika = βασιλική, ανάκτορο (αρχιτεκτ.) [μετγν. ελλ. βασιλική (στοά) > λατ. basilica > γαλλ. basilique > τουρκ.].
belsem = βλ. balsam
bez = βαμβακερό ύφασμα || αδένας [αρχ. ελλ. βύσσος, πιθ. σημιτικό δάνειο > αραβ. > τουρκ.].
bezelye = μπιζέλι [αντιδ. μετγν. ελλ. πίσον > ιταλ. pisello > τουρκ., νεοελλ.].
biber = πιπέρι, πιπεριά [αρχ. ελλ. πέπερι > μεσν. ελλ. πιπέρι(ον) > τουρκ.].
bibliyofil = βιβλιόφιλος [νεοελλ. > γαλλ. bibliophile > τουρκ.].
bibliyograf = βιβλιογράφος [ελλ. > γαλλ. bibliographe > τουρκ.].
bibliyografya, bibliyografi = βιβλιογραφία [μετγν. ελλ. > γαλλ. bibliographie > τουρκ.].
bibliyografik = βιβλιογραφικός [νεοελλ. > γαλλ. bibliographique > τουρκ.].
bibliyoman = βιβλιομανής [ελλ. > γαλλ. bibliomane > τουρκ.].
bibliyomani = βιβλιομανία [ελλ. > γαλλ. bibliomanie > τουρκ.].
bibliyotek = βιβλιοθήκη [μετγν. ελλ. > γαλλ. bibliothèque > τουρκ.].

bilar = είδος πίσσας για το καλαφάτισμα των πλοίων [μετγν. ελλ. πιλάριον (= αλοιφή) > τουρκ.].
biyoelektrik = βιοηλεκτρισμός [ελλ. > γαλλ. bioélectrique > τουρκ.].
biyoenerji = βιοενέγεια [ελλ. > γαλλ. bioénergie > τουρκ.].
biyofizik = βιοφυσική [ελλ. > γαλλ. biophysique > τουρκ.].
biyografi = βιογραφία [μεσν. ελλ. > γαλλ. biographie > τουρκ.].
biyografik = βιογραφικός [νεοελλ. > γαλλ. biographique > τουρκ.].
biyolog = βιολόγος [ελλ. > γαλλ. biologue > τουρκ.].
biyoloji = βιολογία [ελλ. > γαλλ. biologie > τουρκ.].
biyolojik = βιολογικός [ελλ. > γαλλ. biologique > τουρκ.].
biyometeoroloji = βιομετεωρολογία [ελλ. > γαλλ. biométéorologie > τουρκ.].
biyopsi = βιοψία [ελλ. > γαλλ. biopsie > τουρκ.].
biyosfer = βιόσφαιρα [ελλ. > γαλλ. biosphère > τουρκ.].
bocurgat = εργάτης, βαρούλκο [τουρκ. boca (= απότομο άδειασμα) (< ιταλ. poggia) + αρχ. ελλ. εργάτης].
bodoslama = ποδόσταμα, ποδόστημα [αρχ. ελλ. ποδο– + –στημα > τουρκ.].
bodrum = μπουντρούμι [αντιδ. αρχ. ελλ. ιππόδρομος > τουρκ. > νεοελλ.].
bora = μπόρα [αντιδ. αρχ. ελλ. βορράς > ιταλ. bora > τουρκ., νεοελλ.].
borsa = χρηματιστήριο, αγορά [αρχ. ελλ. βύρσα (= κατεργασμένο δέρμα) > ιταλ. borsa > τουρκ.].
botanik = βοτανική [μετγν. ελλ. > γαλλ. botanique > τουρκ.].
brakisefal = βραχυκέφαλος [ελλ. > γαλλ. brachycéphale > τουρκ.].
bre = βρε, μπρε [μωρέ, κλητ. του αρχ. ελλ. μωρός > μρε > μεσν. ελλ. βρε > τουρκ.].
brom = βρόμιο (χημ.) [αντιδ. μετγν. ελλ. βρόμος (= δυσάρεστη οσμή) > γαλλ. brome > τουρκ., νεοελλ.].
bronş = βρόγχος [αρχ. ελλ. > γαλλ. bronche > τουρκ.].
bronşit = βρογχίτιδα [ελλ. > γαλλ. bronchite > τουρκ.].
buat = ηλεκτρικό κουτί [αντιδ. αρχ. ελλ. πύξος > μετγν. ελλ. πυξίς > λατ. buxida > γαλλ. boîte > τουρκ., νεοελλ. μπουάτ].
bulada = πουλάδα, μικρή κότα [νεοελλ. > τουρκ.].
bulgur = πλιγούρι, πνιγούρι [νεοελλ. > τουρκ.].
burç = πύργος || ζώδιο || ιξός (βοτ.) [αρχ. ελλ. πύργος, αβέβ. ετύμου > αραβ. > τουρκ.].
burs = υποτροφία [αρχ. ελλ. βύρσα (= κατεργασμένο δέρμα) > γαλλ. bourse > τουρκ.].
butik = μικρό κατάστημα [αρχ. ελλ. αποθήκη > γαλλ. boutique > τουρκ.].
bürokrasi = γραφειοκρατία [γαλλ. bureau + αρχ. ελλ. –κρατία > γαλλ. bureaucratie > τουρκ.].

C : τζε
cımbız = τσιμπιδάκι, λαβίδα [πιθ. αρχ. ελλ. εμπίς (= είδος εντόμου) με την επίδραση του τσιμπώ > νεοελλ. τσιμπίδα > τουρκ.].
cibre = τσίπουρο [μεσν. ελλ. τσίπουρον > τουρκ. Τα ελληνικά ετυμολογικά λεξικά πιθανολογούν ότι η λέξη τσίπουρο είναι τουρκική. Κατ’ άλλη άποψη η λέξη συνδέεται με το μετγν. ελλ. σίκερα (= οινοπνευματώδες ποτό) εβραϊκής αρχής. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική].
cimnastik = βλ. jimnastik
cins = γένος, φύλο, είδος [πιθ. αρχ. ελλ. γένος, λατ. genus > αραβ. cins > τουρκ.].
ciro = τζίρος [αντιδ. μετγν. ελλ. γύρος > λατ. gyrus > ιταλ. giro > τουρκ., νεοελλ.].
coğrafi = γεωγραφικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. géographie > τουρκ.].
coğrafya = γεωγραφία [μετγν. ελλ. > γαλλ. géographie > τουρκ.].
coğrafyacı = γεωγράφος [μετγν. ελλ. > γαλλ. géographe + τουρκ. –cı > τουρκ.].
cümbüş = συμπόσιο, διασκέδαση [αντιδ. πιθ. αρχ. ελλ. συμπόσιον > περσ. > τουρκ. > νεοελλ. τσιμπούσι. Κατ’ άλλη άποψη περσ. > τουρκ. > νεοελλ.].

Ç : τσε
çaça = παλαιός ναύτης εμπορικού πλοίου || γυναίκα εργαζόμενη σε οίκο ανοχής [πιθ. ιταλ. zia (= θεία) > μεσν. ελλ. τσα, με αναδίπλωση. Κατ’ άλλη άποψη από το βουλγ. tsitsa (= θεία)].
çağanoz = κάβουρας [μεσν. ελλ. τασαγανός > τουρκ. Κατ’ άλλη άποψη τουρκ. > νεοελλ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική].
çanak = τσανάκι [αντιδ. μετγν. ελλ. σαννάκιον (= είδος ποτηριού) > τουρκ. > νεοελλ. Η λ. σαννάκιον απαντά μόνο στον Αθήναιο, ο οποίος αναφέρει ότι είναι «έκπωμα περσικόν», δηλ. ποτήρι περσικό. Κατ’ άλλη άποψη η λ. çanak είναι τουρκική. Και είναι πολύ πιθανό τούτο, εφόσον απαντά σε τουρκικές γλώσσες πριν από τον 11ο αιώνα, χωρίς σύνδεση με άλλες γλώσσες. Υπάρχει όμως και μια άλλη τουρκική λ., λαϊκή περισσότερο, με την ίδια σημασία, η λ. senek (= ξύλινο δοχείο νερού), η οποία μορφολογικά αλλά και σημασιολογικά είναι πλησιέστερη προς τοσαννάκιον. Κι αυτή βέβαια απαντά σε τουρκικές γλώσσες πριν από τον 11ο αιώνα και μάλιστα είναι αγν. ετύμου, σύμφωνα με τον πρώτο Τούρκο μελετητή της τουρκικής γλώσσας, που έγραψε το λεξικό του το 1074, Kâşgarlı Mahmud. Και είναι πολύ πιο πιθανό η λ. σαννάκιον να αποτελεί την πηγή της τουρκικής senek, αν λάβουμε υπόψη ότι οι Τούρκοι στις δάνειες λέξεις τον φθόγγο / a / συχνά τον μετατρέπουν σε / e / (πβ. semer < σαμάρι, mermer

D : ντε
dağar = ταγάρι [μεσν. ελλ. ταγάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. ταγή (= μερίδα ζωοτροφής) > περσ. > παλ. τουρκ. tağar > σύγχρ. τουρκ. dağar].
daktilograf, daktilo = δακτυλογράφος [ελλ. > γαλλ. dactylographe και συντετμ. dactylo > τουρκ.].
daktilografi = δακτυλογραφία [ελλ. > γαλλ. dactylographie > τουρκ.].
daktiloskopi = δακτυλοσκοπία [ελλ. > γαλλ. dactyloscopie > τουρκ.].
defne = δάφνη [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
defter = τεφτέρι, δεφτέρι [αντιδ. μεσν. ελλ. διφθέριον > αραβ. > τουρκ. > νεοελλ. τεφτέρι].
deist = θεϊστής [ελλ. > γαλλ. déiste > τουρκ.].
deizm = θεϊσμός [ελλ. > γαλλ. déisme > τουρκ.].
dekagram = δέκα γραμμάρια [ελλ. > γαλλ. décagramme > τουρκ.].
dekalitre = δεκάλιτρο [ελλ. > γαλλ. décalitre > τουρκ.].
dekametre = δεκάμετρο [ελλ. > γαλλ. décamètre > τουρκ.].
dekaster = δέκα κυβ. μέτρα [αρχ. ελλ. δέκα + γαλλ. stère (= 1 κυβικό μέτρο καυσόξυλα) > τουρκ.].
dekatlon = δέκαθλο [ελλ. > γαλλ. décathlon > τουρκ.].
demagog = δημαγωγός [αρχ. ελλ. > γαλλ. démagogue > τουρκ.].
demagoji = δημαγωγία [αρχ. ελλ. > γαλλ. démagogie > τουρκ.].
demagojik = δημαγωγικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. démagogique > τουρκ.].
demet = δεμάτι [μετγν. ελλ. δεμάτιον > τουρκ.].
demiurgos = δημιουργός, ο παράγων υπέρ του δήμου [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
demograf = δημογράφος [ελλ. > γαλλ. démographe > τουρκ.].
demografi = δημογραφία [ελλ. > γαλλ. démographie > τουρκ.].
demografik = δημογραφικός [νεοελλ. > γαλλ. démographique > τουρκ.].
demokrasi = δημοκρατία [αρχ. ελλ. > γαλλ. démocratie > τουρκ.].
demokrat = δημοκράτης [αρχ. ελλ. > γαλλ. démocrate > τουρκ.].
demokratik = δημοκρατικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. démocratique > τουρκ.].
demokratlık = δημοκρατία [αρχ. ελλ. δημοκράτης + τουρκ. –lık > τουρκ.].
deontoloji = δεοντολογία [ελλ. > γαλλ. déontologie > τουρκ.].
deontolojik = δεοντολογικός [ελλ. > γαλλ. déontologique > τουρκ.].
deri = δέρμα [πιθ. αρχ. ελλ. δέρας, δέρμα > τουρκ.].
dermatit = δερματίτιδα [ελλ. > γαλλ. dermatite > τουρκ.].
dermatolog = δερματολόγος [ελλ. > γαλλ. dermatologue > τουρκ.].
dermatoloji = δερματολογία [ελλ. > γαλλ. dermatologie > τουρκ.].
dermatolojik = δερματολογικός [ελλ. > γαλλ. dermatologique > τουρκ.].
despot = δεσπότης, μητροπολίτης [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
despotik = δεσποτικός, αυταρχικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. despotique > τουρκ.].
despotizm = δεσποτισμός [ελλ. > γαλλ. despotisme > τουρκ.].
diaspora = διασπορά, μετανάστευση [μετγν. ελλ. > ιταλ. diaspora > τουρκ.].
didaktik = διδακτικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. didactique > τουρκ.].

difana = δίφανο, τριπλό δίχτυ ψαρέματος [νεοελλ. δίφανα, πληθ. του επιθ. δίφανο (= δίχτυ με δύο φανιές, δηλ. όψεις με μεγάλες θηλιές) > τουρκ.].
difteri = διφθερίτιδα [ελλ. > γαλλ. diphtérie > τουρκ.].
diftong = δίφθογγος [μετγν. ελλ. > γαλλ. diphtongue > τουρκ.].
dikel = δικέλλι [αρχ. ελλ. δίκελλα > μεσν. ελλ. δικέλλι > τουρκ.].
dilemma = δίλημμα [μετγν. ελλ. > τουρκ.].
dimi = δίμιτο, ύφασμα με πυκνή ύφανση [μεσν. ελλ. δίμιτον > τουρκ.].
dinamik = δυναμικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. dynamique > τουρκ.].
dinamit = δυναμίτης [ελλ. > γαλλ. dynamite > τουρκ.].
dinamizm = δυναμισμός [ελλ. > γαλλ. dynamisme > τουρκ.].
dinamo = δυναμό [ελλ. > γαλλ. dynamo > τουρκ.].
dinamometre = δυναμόμετρο [ελλ. > γαλλ. dynamomètre > τουρκ.].
dinozor = δεινόσαυρος [ελλ. > γαλλ. dinosaure > τουρκ.].
diploma = δίπλωμα [αρχ. ελλ. > ιταλ. diploma > τουρκ.].
diplomalı = διπλωματούχος [αρχ. ελλ. δίπλωμα + τουρκ. –lı > τουρκ.].
diplomasız = χωρίς δίπλωμα [αρχ. ελλ. δίπλωμα + τουρκ. –sız > τουρκ.].
diplomasi = διπλωματία [ελλ. > γαλλ. diplomatie > τουρκ.].
diplomat = διπλωμάτης [ελλ. > γαλλ. diplomate > τουρκ.].
diplomatik = διπλωματικός [ελλ. > γαλλ. diplomatique > τουρκ.].
diplomatlık = διπλωματία [ελλ. > γαλλ. diplomate + τουρκ. –lık > τουρκ.].
diren, dirgen = δικράνι, γεωργικό εργαλείο [αρχ. ελλ. δίκρανον > τουρκ.].
dirhem = δράμι [αντιδ. *δράχμιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. δραχμή > αραβ. dirhem > τουρκ. dirhem, μεσν. ελλ. δράμιον > νεοελλ. δράμι].
disk = δίσκος [αρχ. ελλ. > γαλλ. disque > τουρκ.].
diskotek = ντισκοτέκ [αντιδ. αρχ. ελλ. δίσκος + θήκη > γαλλ. discothèque > νεοελλ., τουρκ.].
ditiramp = διθύραμβος [αρχ. ελλ. > γαλλ. dithyrambe > τουρκ.].
diyabet = σακχαρώδης διαβήτης [μετγν. ελλ. > γαλλ. diabète > τουρκ.].
diyabetik = διαβητικός [νεοελλ. > γαλλ. diabétique > τουρκ.].
diyafram = διάφραγμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. diaphragme > τουρκ.].
diyagonal = διαγώνιος [μετγν ελλ. > γαλλ. diagonal > τουρκ.].
diyagram = διάγραμμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. diagramme > τουρκ.].
diyakoz = διάκος [μεσν. ελλ. > τουρκ.].
diyakroni = διαχρονία [ελλ. > γαλλ. diachronie > τουρκ.].
diyakronik = διαχρονικός [ελλ. > γαλλ. diachronique > τουρκ.].
diyalekt = διάλεκτος [αρχ. ελλ. > γαλλ. dialecte > τουρκ.].
diyalektik = διαλεκτική [αρχ. ελλ. > γαλλ. dialectique > τουρκ.].
diyalektoloji = διαλεκτολογία [ελλ. > γαλλ. dialectologie > τουρκ.].
diyalektolojik = διαλεκτολογικός [ελλ. > γαλλ. dialectologique > τουρκ.].
diyalel = διαλογισμός [αρχ. ελλ. > γαλλ. diallèle > τουρκ.].
diyaliz = διάλυση, ανάλυση [αρχ. ελλ. > γαλλ. dialyse > τουρκ.].
diyalog = διάλογος [αρχ. ελλ. > γαλλ. dialogue > τουρκ.].
diyapazon = διαπασών [αρχ. ελλ. > γαλλ. diapason > τουρκ.].
diyastaz = διάσταση [αρχ. ελλ. > γαλλ. diastase > τουρκ.].
diyastol = διαστολή (ιατρ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. diastole > τουρκ.].
diyet = δίαιτα [αρχ. ελλ. > γαλλ. diète > τουρκ.].
diyetetik = διαιτητική [ελλ. > γαλλ. diététique > τουρκ.].
diyez = δίεση [αρχ. ελλ. > γαλλ. dièse > τουρκ.].
diyoptri = διοπτρία, μονάδα ισχύος φακών [ελλ. > γαλλ. dioptrie > τουρκ.].
dizanteri = δυσεντερία [αρχ. ελλ. > γαλλ. dysenterie > τουρκ.].
dogma = δόγμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. dogme > τουρκ.].
dogmatik = δογματικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. dogmatique > τουρκ.].
dogmatizm = δογματισμός [μετγν. ελλ. > γαλλ. dogmatisme > τουρκ.].
dolikosefal = δολιχοκέφαλος, μακροκέφαλος [ελλ. > γαλλ. dolichocéphale > τουρκ.].
doz = δόση [αρχ. ελλ. > γαλλ. dose > τουρκ.].
dragon = δράκοντας, δραγόνος [αντιδ. αρχ. ελλ. δράκων > λατ. draco > γαλλ. dragon > τουρκ., νεοελλ. δραγόνος].
drahmi = δραχμή [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
drahoma = τράχωμα, προίκα σε μετρητά [μεσν. ελλ. *τραχώνω (= προικίζω με τραχύ, δηλ. ασημένιο νόμισμα) > τουρκ.].
draje = κουφέτο [αρχ. ελλ. τράγημα (= ξηρός καρπός) > λατ. tragemata > γαλλ. dragée > τουρκ.].
dram = δράμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. drame > τουρκ.].
dramatik = δραματικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. dramatique > τουρκ.].
dramaturg = δραματουργός [μετγν. ελλ. > γαλλ. dramaturge > τουρκ.].
dramaturji = δραματουργία [μετγν. ελλ. > γαλλ. dramaturgie > τουρκ.].
droseragiller = είδος φυτού [αρχ. ελλ. δροσερά + τουρκ –giller > τουρκ.].
düven = δουκάνη, δοκάνη, εργαλείο αλωνίσματος [αρχ. ελλ. τυκάνη > νεοελλ. δουκάνη > τουρκ.].

 Και πάει λέγοντας...

0 σχόλια

Τα στοιχεία σας είναι ασφαλή! Το email σας δεν δημοσιεύεται...
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά.

Forbes: Oι 20 πιo πλούσιες ομάδες στον κόσμο

Οι 20 κορυφαίες ποδοσφαιρικές ομάδες στον κόσμο έχουν μέση αξία 1,69 δισεκατομμύρια δολάρια, αύξηση 14% σε σχέση με πέρυσι και 74% σε σύγκριση με το 2013! Η αύξηση της αξίας υποστηρίχθηκε από την αύξηση των εσόδων των συλλόγων. Αυτό αναφέρει η έκθεση που παρουσίασε το ...

Διαβάστε περισσότερα

Φρέσκο φαγητό στο διάστημα από Έλληνες φοιτητές!

«Λύση» σε ένα από τα αρκετά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι αστροναύτες έρχονται να δώσουν δύο νέοι Έλληνες φοιτητές. Ο λόγος για τον Μεταπτυχιακό φοιτητή του Τμήματος Αξιοποίησης Φυσικών Πόρων και Γεωργικής Μηχανικής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Αυγουστίνο Πανταζίδη, και την προπτυχιακή φοιτήτρια του ίδιου τμήματος, ...

Διαβάστε περισσότερα

Όλα τα απίθανα και συγκλονιστικά των Μουντιάλ

Όσες φορές η πολιτική προσπάθησε να εκμεταλλευθεί την κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση, το Μουντιάλ, έχασε το ποδόσφαιρο, χωρίς να κερδίσει ,όμως η πολιτική. Το πρώτο κάζο του ποδοσφαίρου συνέβη το 1934, όταν η φασιστική τότε Ιταλία είχε αναλάβει το Μουντιάλ. Ο Μουσολίνι το είδε σαν μία ...

Διαβάστε περισσότερα

Οι 8 εντολές του Αϊνστάιν στη σύζυγό του!

Έχουν χυθεί τόνοι από μελάνι για την διαφορετική πλευρά και προσωπικότητα του Άλμπερτ Aϊνστάιν. Τον έχουν χαρακτηρίσει ψυχρό, άπιστο, ζηλόφθονο και μισογύνη. Μέχρι και σήμερα, 63 χρόνια μετά, θεωρείται ένας από τους κορυφαίους επιστήμονες. Η «Mirror» ανοίγει κι άλλο παράθυρο από την προσωπική του ζωή και ...

Διαβάστε περισσότερα

Πολυφυλετικές γειτονιές στα…καταστρώματα !-Του Ιπποκράτη Πολίτη

Θα’ λεγε κανείς ότι η τουριστική Ελλάδα δεν χωράει άλλους επισκέπτες. Ότι όλα έχουν γεμίσει. Ξενοδοχεία , σπίτια και καταλύματα παντός είδους. Και ότι ελλείψει άλλων χώρων ,οι επισκέπτες τη βγάζουν στο …κατάστρωμα, τουτέστιν στα παγκάκια και στις πλατείες. Το πιο πιθανό ,όμως είναι να πρόκειται ...

Διαβάστε περισσότερα

Εί-δη-ση : τροχονόμος στην εθνική!-Tου Ιπποκράτη Πολίτη

Αν αποτελεί είδηση το δάγκωμα ενός σκύλου από άνθρωπο και όχι το δάγκωμα ενός ανθρώπου από σκύλο, τότε αυτό που θα διαβάσετε στη συνέχεια είναι η επιτομή της είδησης. « Σε ειδική εξόρμηση της Διεύθυνσης Τροχαίας Αττικής, που πραγματοποιήθηκε χθες (Τετάρτη), για τον εντοπισμό οδηγών που ...

Διαβάστε περισσότερα

Εξηντάρησαν τα Στρουμφάκια αλλά ούτε λόγος για σύνταξη!

Τα Στρουμφάκια έγιναν 60 ετών, αλλά ούτε που σκέπτονται να βγουν στη σύνταξη. Αντίθετα , στο Βέλγιο επέλεξαν να τιμήσουν την επέτειο με εικονικά ταξίδια στα μαγικά δάση και τα σπήλαια που πρωταγωνιστούν στις ιστορίες τους. Τα Στρουμφάκια είναι γέννημα της φαντασίας του σκιτσογράφου Πιερ ...

Διαβάστε περισσότερα

Γαλιλαία:με μετάγγιση υδάτων σώζουν τη θάλασσα όπου περπάτησε ο Ιησούς!

Όταν οι μαθητές του Ιησού έβλεπαν τον δάσκαλο τους να περπατά στη θάλασσα της Γαλιλαίας δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι μετά από περίπου 2.000 χρόνια , δηλαδή κάπου στις μέρες μας , το ίδιο θα έκαναν και οι κοινοί θνητοί . Μόνο που αυτοί δεν θα ...

Διαβάστε περισσότερα

Αρχαιολόγοι ανακάλυψαν πατητήρια σταφυλιών της Βυζαντινής Περιόδου στο Ισραήλ

Αρχαιολόγοι ανακάλυψαν δύο αρχαία πατητήρια σταφυλιών για την παραγωγή κρασιού από τη Βυζαντινή Περίοδο στο Εθνικό Πάρκο Τσιπορί στο βόρειο Ισραήλ, όπως ανακοίνωσε η Αρχή Φύσης και Εθνικών Πάρκων της χώρας. Οι κατασκευές βρέθηκαν μέσα σε μια καλυμμένη δεξαμενή νερού, ανακάλυψη την οποία η Αρχή χαρακτήρισε ...

Διαβάστε περισσότερα

Ιαματικές πηγές ,ένας ανεκμετάλλευτος φυσικός πλούτος

Η ιστορία των λουτρών είναι συνδεδεμένη με την ιστορία του τόπου μας. Στην Ελλάδα, οι θεραπευτικές ιδιότητες ορισμένων πηγών ήταν γνωστές από την αρχαιότητα γι’ αυτό και η χώρα μας θεωρείται το μέρος που έχει τις περισσότερες ιαματικές πηγές από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες . Τα ...

Διαβάστε περισσότερα

Εδώ τα καλά γκαρσόνια της Ευρώπης!Πως υιοθετήσαμε αυτό που αφορίζαμε...

Γίναμε ,λοιπόν αυτό που φοβόμαστε: τα γκαρσόνια της Ευρώπης. Και γίναμε ασμένως, με την έννοια ότι όταν δεν έχεις να θρέψεις τα παιδιά σου ,κάνεις οποιαδήποτε δουλειά. Και την κάνεις με ευχαρίστηση, αν έχεις λίγο φιλότιμο . Χαιρέκακα θαρρείς , οι ευρωπαικές εκθέσεις το διαλαλούν ...

Διαβάστε περισσότερα

Γιατί η θεία από το Σικάγο δεν θέλει να επιστρέψει στην Ελλάδα;-Του Μιχάλη Κανιμά

Άραγε με ποιο τρόπο θα χειριστεί ο σκηνοθέτης του μέλλοντος το φαινόμενο της μαζικής φυγής των Ελλήνων στα ξένα την περίοδο της τελευταίας οικονομικής κρίσης; Ποιο θα είναι το μοτίβο μιας κινηματογραφικής ταινίας για τον Έλληνα που εγκαταλείπει τη χώρα του σε αναζήτηση δουλειάς στο ...

Διαβάστε περισσότερα

Ρι Σολ Γιου: μία γυναίκα–μυστήριο στο πλευρό του Κιμ…

Toν Ιούλιο του 2012, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Βόρειας Κορέας ανακοίνωσαν ότι η Ρι Σολ Γιου είναι σύζυγος του Κιμ Γιονγκ Ουν. Τα διεθνή μέσα για πάνω από μία εβδομάδα πήραν φωτιά για τη «γυναίκα μυστήριο» που εμφανιζόταν στο πλευρό του Βορειοκορεάτη σε μία ...

Διαβάστε περισσότερα

«Είμαστε αυτό που τρώμε»; H γαστριμαργική ιστορίας της ανθρωπότητας...

«Είμαστε αυτό που τρώμε» ,λένε οι φιλοσοφούντες περί τη γαστριμαργική. Χιλιάδες χρόνια πέρασαν από τότε που τα ενδιαφέροντα του ανθρώπου περιορίζονταν στην ανεύρεση μιας στοιχειώδους για την επιβίωση του τροφής. Σήμερα το φαγητό συμβολίζει κάτι παραπάνω από μία βιολογική ανάγκη. Είναι μία απόλαυση, που επιτυγχάνεται ...

Διαβάστε περισσότερα

Σεξοτουρισμός: μία οργανωμένη παιδεραστία κάτω από τα μάτια των αρχών

Ο σεξοτουρισμός έχει εξελιχθεί σε μία κραταιά βιομηχανία. Τα τσάρτερ του έρωτα απογειώνονται συνεχώς από τις ανεπτυγμένες χώρες με προορισμό κυρίως την Ταιλάνδη, τις Φιλιππίνες , τη Βραζιλία , τον Αγιο Δομίνικο, τη Ρωσία, αλλά και ορισμένες άλλες ευρωπαικές χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Διεθνή γραφεία ...

Διαβάστε περισσότερα

Αφιέρωμα στον γλυπτικό λόγο του "αρχιμάστορα" Θόδωρου

«Εφυγε» από τη ζωή στα 87 του χρόνια ο γλύπτης Θεόδωρος. Ο Θόδωρος (Θεόδωρος Παπαδημητρίου)γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1931 όπου πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, ενώ έλκει την καταγωγή του από το ορεινό χωριό Άγιος Βλάσης. Τελείωσε το γυμνάσιο στο Αγρίνιο το 1949 και ...

Διαβάστε περισσότερα

“Καμακώνοντας“ με τις ευλογίες Ξενίου Διός…

Μόλις προχθές το συνειδητοποίησα. Οι παλαιότεροι όταν θέλουν να συναντηθούν με κάποιον συνομήλικο τους στο Σύνταγμα δίνουν ραντεβού στην καφετέρια «του Παπασπύρου ». Οι νεότεροι όταν θέλουν να συναντηθούν στην ίδια περιοχή δίνουν ραντεβού στην ίδια καφετέρια μόνο που λέγεται «Εθνικόν» . Σημαδιακή η διαφορά. Μία ...

Διαβάστε περισσότερα

Προς αρμοδίους επιστολή δικαίως αγανακτισμένου το ανάγνωσμα...

Η δημοτική αστυνομία βάζει πρόστιμο σε όσους παρκάρουν σε θέσεις ελεγχόμενης στάθμευσης χωρίς να έχουν ενεργοποιήσει την ειδική κάρτα, αδιαφορεί ,ωστόσο για το παρκάρισμα στα πεζοδρόμια , σε πεζόδρομους, πλατείες και στοές . Ακόμη και η πλατεία Κοτζιά απέναντι από το δημαρχείο έχει γίνει χώρος στάθμευσης ...

Διαβάστε περισσότερα

Έξι ελληνικά πανεπιστήμια με παγκόσμιο κύρος

Βελτιωμένες επιδόσεις έχουν 6 πανεπιστήμια της Ελλάδα όσον αφορά το κύρος του πτυχίου των αποφοίτων σύμφωνα με έρευνα της παγκόσμιας ομάδα αναλυτών ανώτατης εκπαίδευσης της QS Quacquarelli Symonds. Συγκεκριμένα, η έρευνα βασίστηκε στον δείκτη που μετρά την Φήμη των Εργοδοτών (Employer Reputation Indicator) και ο συγκεκριμένος ...

Διαβάστε περισσότερα

Κιμ Γιονγκ Ουν: Τζαμπατζής στη συνάντηση με τον Τραμπ!

Ο εκκεντρικός Βορειοκορεάτης ηγέτης έχει περιουσία τουλάχιστον πέντε δισεκατομμυρίων δολαρίων ( από ποια δουλειά δεν είναι γνωστό) δείχνει όμως να είναι ένας δεινός φραγκοφονιάς. Ούτε λίγο ούτε πολύ ο Κιμ Γιονγκ Ουν προέβαλε την απαίτηση να πληρώσει ο Ντόναλντ Τράμπ δηλαδή το αμερικανικό δημόσιο τα ...

Διαβάστε περισσότερα

Γέμισε "Καίσαρες" η Ελλάδα που γέμισαν τις τσέπες μαιευτήρων και Κλινικών

Ως παράδειγμα προς αποφυγήν από τους παγκόσμιους φορείς υγείας αντιμετωπίζεται η χώρα μας όσον αφορά τις καισαρικές τομές τόσο στα δημόσια όσο και στα ιδιωτικά μαιευτήρια σύμφωνα με ανακοίνωση του Συλλόγου Επιστημόνων Μαιών-Μαιευτών Πάτρας (ΣΕΜΠ). Κάθε προηγούμενο ρεκόρ έχουν σπάσει οι γεννήσεις με καισαρική τομή τόσο ...

Διαβάστε περισσότερα

«Ο τάφος του Αθλητή» στη Ρώμη έκρυβε σπουδαίες αρχαιολογικές εκπλήξεις

Εκτελώντας χωματουργικές εργασίες σε προάστιο της Ρώμης, το μέλος ενός συνεργείου άνοιξε τυχαία μια τρύπα στην πλευρά του ταφικού θαλάμου, ανακαλύπτοντας το σπουδαίο εύρημα. «Αν η μηχανή τρυπούσε μόλις τέσσερα εκατοστά πιο αριστερά, δεν θα βρίσκαμε ποτέ τον τάφο», δήλωσε στους δημοσιογράφους ο Francesco Prosperetti, ...

Διαβάστε περισσότερα

Όταν η Βουγιουκλάκη έριχνε γέφυρες στις ελληνοτουρκικές σχέσεις

Μία ζωή χτυποκάρδια στις ελληνοτουρκικές σχέσεις . Όμως το 1963 τα καρδιοχτύπια εκτός από έναν παρά λίγο πόλεμο για την Κύπρο, αφορούσαν και κάτι πιο ευχάριστο. Ήταν η πιο επιτυχημένη ελληνοτουρκική συνεργασία στον τομέα της έβδομης τέχνης με την ταινία "Χτυποκάρδια στο Θρανίο", που γυρίστηκε ...

Διαβάστε περισσότερα