"Ψυγείο Ψευδαισθήσεων" του Κωστή Τσιακανίκα-Μέρος Α

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
7 Αυγούστου 2018 19:30:00

«Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό». Αυτές οι λέξεις ήταν γραμμένες σε ένα μουσκεμένο από τη βροχή χαρτί, που είχε γίνει ένα με την άσφαλτο. Έσκυψα και το σήκωσα γιατί μου κέντρισε την προσοχή μια λαμπερή λεπτομέρεια. Ο άγνωστος συγγραφέας είχε κολλήσει πάνω του μια αστραφτερή χαμογελαστή φάτσα, σαν αυτές που κολλούσες κι εσύ, δεξιά κι αριστερά. Όταν αναζήτησα αυτή τη φράση στο διαδίκτυο «οδηγήθηκα» στον Γιώργο Σεφέρη. Προσπάθησα λοιπόν να την αποκρυπτογραφήσω αλλά φάνταζε δύσκολο αίνιγμα για το ταραγμένο μου μυαλό. Έτσι κι αλλιώς πάντως, αισθάνθηκα ότι αυτό το σκεβρωμένο χαρτί έφτασε στα χέρια μου από έναν αόρατο ταχυδρόμο. Αισθάνθηκα ότι το έγραψες εσύ και ότι το σύμπαν συνωμότησε για να βρεθεί κοντά μου. Αισθάνθηκα ότι μ αυτόν τον τρόπο με τιμωρούσες που άργησα τόσα χρόνια να απαντήσω στην ευχετήρια κάρτα σου. Δεν ξέρω αν ισχύει ακόμα η διεύθυνση που έγραφε στη ράχη της. Ξέρω μόνο πως έχω μια ανεξήγητη λαχτάρα να σουλατσάρω μαζί σου σαν άλλοτε…

Την τελευταία φορά που σε σκέφτηκα ξέσπασα καταμεσής του δρόμου σε κάτι παράξενα γέλια. Στέκονταν οι διαβάτες και με κοίταζαν με απορία. Άραξα σταυροπόδι στη νησίδα, ξετρύπωσα από το πουκάμισο τη φυσαρμόνικα κι άρχισα να παίζω τον…ύμνο μας! «Τον ύμνο εις την ανοησίαν»…Θυμήθηκα όσα ζήσαμε μαζί, θυμήθηκα τους παλιόφιλους ,θυμήθηκα τις τρέλες μας…Το κέρδος της αυτοσχέδιας συναυλίας; Μερικά κέρματα και πολλά χαχανητά αλλοπρόσαλλα. «Φραμπαλιάρικα» που θα έλεγε κι ο Νίδας. Έμαθα πως τσιμπήθηκε με μια ματσωμένη τροτσκίστρια και πάρκαρε. Χάθηκε από τα στέκια. Τον έφτιαξε ο πεθερός! Τη φανέλα με το 7 την κρέμασε νωρίς. Χωρίς εξτρέμ θα σερνόμασταν ακόμα, μεταξύ Ζωγράφου κι Εξαρχείων. Άντε και για κάνα ούζο στην Καισαριανή. Και τα τσιγάρα μισά-μισά θα τα καπνίζαμε φίλε.Όπως τότε, την πρώτη φορά που δοκιμάσαμε. Θυμάσαι? Αγίου Μελετίου και-πως τη λέγαν;-τέλος πάντων, Αγίου Μελετίου κι Αγίου Αμελέτητου γωνία…Κάποιου «τρύπιου» του έπεσε το πακέτο και κάναμε Ανάσταση! Έτσι νομίζαμε δηλαδή, γιατί όταν το ανοίξαμε,μόνο ένα τσιγάρο βρήκαμε μέσα! Προλάβαμε να κάνουμε από δυο τζούρες πριν εμφανιστεί ο Πέρδας…

Έκανε προόδους, ξέρεις. Αν ακούσεις την Ενάτη του Μπετόβεν από τον πισινό του, θα πάθεις πλάκα. Περίπτωση τρομερή, σου λέω! Περπατούσα προχθές στην πλατεία-μία είναι η πλατεία!-και τον τράκαρα έξω από ένα ψιλικατζίδικο. Το είχε επισκεφτεί για να «δανειστεί» λίγα σαπούνια κι οδοντογλυφίδες. Τις οδοντογλυφίδες βρήκε πρόχειρες ,τις οδοντογλυφίδες βούτηξε ο φουκαράς. Με αναγνώρισε αμέσως! Με σφαλιάρισε,μου έκανε μια επίδειξη των βρωμερών ικανοτήτων του, μου πέταξε κάτι αγγλικούρες για πρεστίζ και την κοπάνησε. Ίδιος κι απαράλλαχτος όπως παλιά. Στραβοκουρεμένος, στραβοκουμπωμένος και στραβούλιακας. Απορώ ρε μεγάλε, πως τον άντεξα στην πρώτη ερωτική μου περιπέτεια. Εγώ, ο Μήλας,ο Πέρδας κι η Αφγοδίτη. Έτσι συστήνονταν τότε γιατί την παίδευε το ρο…Περίφημο κουαρτέτο! Και οι τρείς ερωτευμένοι μαζί της κι αυτή ερωτευμένη μαζί μας. Στην είχα πει αυτή την ιστορία;

Σίγουροι για τα αισθήματα μας, συζητούσαμε την ολοκλήρωση της σχέσης μας για μέρες…Η Αφροδίτη πρότεινε τον κήπο της Αγίας Τριάδας. Μας κολάκεψε αυτή η επιλογή, παρότι δεν ξέραμε τίποτα για σουρεαλισμό. Το ραντεβού κλείστηκε για το σχόλασμα. Συναντηθήκαμε στα σκαλιά της εκκλησίας και μαλώναμε για το ακριβές σημείο της «συνεύρεσης». Ο Μήλας προτιμούσε το Ιερό. Ήξερε καλά τα κατατόπια, αφού από εκεί έκλεβε συχνά τις μαυροδάφνες. Ο Πέρδας για να μην ξευτιλιστούμε πρότεινε το ξέφωτο, πίσω από το Ιερό. Εγώ δεν μιλούσα. Τόσο σημαντικές στιγμές δεν ήθελα να τις πνίξω στην έμφυτη φλυαρία μου…Τελικά πήρε πρωτοβουλία η Αφροδίτη. Πιαστήκαμε χεράκι-χεράκι ,στοιχηθήκαμε και ξεκινήσαμε. Περπατήσαμε δυο-τρία λεπτά και βγήκαμε σε ένα μέρος που και ξέφωτο ήταν και ασφαλές. Έμοιαζε με καμαρούλα περιστοιχισμένη από ακακίες. Ο Μήλας κι ο Πέρδας για τους δικούς τους λόγους έμοιαζαν πανευτυχείς. Εγώ επέμενα να μη μιλάω. Στη σοβαρότητα προστέθηκε και το τρακ. Το μόνο που με καθησύχαζε ήταν η υποψία ότι η Αφροδίτη είχε ξανάρθει στο κρησφύγετο. Μόνη της; Με παρέα; Ποτέ δεν έμαθα…Βιάστηκε πάντως να λύσει αμέσως τα τεχνικά προβλήματα. Μας περνούσε όλους καμιά δεκαριά πόντους και έπρεπε να φροντίσει γι’ αυτό. Με δική της εντολή λοιπόν ξαμοληθήκαμε αναζητώντας την πέτρα των ονείρων μας. Ο Μήλας ως συνήθως λούφαρε. Μια πέτρα που βρήκαμε σε μια ξεχαρβαλωμένη μάντρα ,είδαμε και πάθαμε να την κουβαλήσουμε κοντά στην Αφροδίτη. Αυτή μας καμάρωνε μες το γαλάζιο της φόρεμα και μας χαμογελούσε όλο υποσχέσεις.

Με την πέτρα το πρόβλημα της…ανισότητας λύθηκε .Έμενε να λυθεί κι αυτό της προτεραιότητας. Τότε ήταν που συνειδητοποίησα την αξία των χρημάτων. Έβγαλα από την τσέπη μου ένα δίφραγκο και το έστριψα στον αέρα, ποντάροντας στα γράμματα. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που πόνταρα στα γράμματα. Το δίφραγκο «έδειξε» πρώτα την κεφάλα του Πέρδα και μετά του Μήλα. Όμως ο ενθουσιασμός του πρώτου έγινε καταστρεπτικός. Μετέτρεψε το κρησφύγετο σε…θάλαμο αερίων και μας έτρεψε σε άτακτη φυγή! Εκείνος όμως ανένδοτος. Ανέβηκε στην πέτρα και περίμενε! Όταν ο «κίνδυνος» είχε περάσει, επιστρέψαμε κι εμείς βρίζοντας. Ο Μήλας κι εγώ σταθήκαμε πίσω του κι η Αφροδίτη μπροστά του. Τη φίλησε στο δεξί μάγουλο, πήδηξε από την πέτρα και έτρεξε πίσω μου ο αχόρταγος. Ο Μήλας προτίμησε το αριστερό μάγουλο. Το ίδιο θα έκανα κι εγώ εάν ήμουν δεύτερος στη σειρά. Ήμουν όμως τρίτος κι έπρεπε να διαλέξω. Σκεφτόμουν τις φάτσες τους πίσω μου και δίσταζα. Ίσως έτρεμαν και τα χείλη μου λίγο. Για ποιο λόγο άλλωστε ,θα μου τα φιλούσε η Αφροδίτη; Όλα πήγαιναν μια χαρά μέχρι που ο Πέρδας πήρε αέρα κι άπλωσε χέρι. Το παιχνίδι χάλασε. Εγώ κλωτσούσα στον αέρα ,η Αφροδίτη έμπηξε τα κλάματα κι ο Νίδας το έβαλε στα πόδια. Την επόμενη μέρα κάτι άκουσα για εισβολή στο νησί της Αφροδίτης…Τότε, δεν έμαθα λεπτομέρειες, ντράπηκα μόνο…

Ήταν του Αη Λιά θυμάμαι. Οι σειρήνες ούρλιαζαν κι οι κόρνες των αυτοκινήτων είχαν αφηνιάσει. Τα σκυλιά γάβγιζαν μανιασμένα κι ο ήλιος πύρωνε τα κεφάλια μας. Οι άντρες είχαν στοιβαχτεί στις καρότσες των φορτηγών και τραγουδούσαν. «Επιστράτευση» φώναξε ο αδερφός μου. Η μάνα μου έκλαιγε. Κι η αδερφή μου έψαχνε τον πατέρα στο τηλέφωνο. Εγώ τον χαβά μου! Έτρεχα στο δασάκι απέναντι από το σπίτι μου, κυνηγώντας «ελικοπτεράκια».Έτσι τα βάφτισα. Για άλλους ήταν τα «αλογάκια της Παναγιάς»…Αυτό ήταν το χόμπι μου. Τη μέρα αιχμαλώτιζα «ελικοπτεράκια» και τα βράδια «κωλοφωτιές». Είχα μαζέψει μια ολόκληρη στρατιά σε ένα διάφανο κουτί βανίλιας, την τάιζα ζάχαρη κι όταν σκοτείνιαζε την γυρόφερνα σαν νυχτοφάναρο. Όλοι στη γειτονιά με φώναζαν…πυγολαμπίδα!
Μετά από χρόνια, όταν θέλησα να δώσω μια εξήγηση στον εαυτό μου για την ακατανόητη γοητεία των πυγολαμπίδων, ανακάλυψα πολλά μυστικά τους. Δεν αναβοσβήνουν μόνο για να προσκαλούν ερωτικά το ταίρι τους, αλλά για να προσελκύσουν τη λεία τους και να αποτρέπουν τους εχθρούς τους. Ακόμα και παραμύθι ανακάλυψα για τις «φίλες» μου, που μ΄έβαλε σε σκέψεις...

Μία φορά ένα φίδι άρχισε να κυνηγάει μια πυγολαμπίδα. Ύστερα από τρεις μέρες αδιάκοπης καταδίωξης, χωρίς δυνάμεις πια, η πυγολαμπίδα σταμάτησε και μίλησε στο φίδι:
—Μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση; —Δε συνηθίζω ν’ ακούω τα θηράματά μου, αλλά μια που θα σε καταβροχθίσω, μπορείς να ρωτήσεις.
—Ανήκω στην τροφική σου αλυσίδα;
—Όχι.
—Σου έκανα κανένα κακό;
—Όχι.
—Τότε γιατί θέλεις να με σκοτώσεις; Αφού σκέφτηκε λίγο, το φίδι απάντησε:
—Επειδή δεν αντέχω να σε βλέπω να λάμπεις.

Τέλος πάντων, η ανακατωσούρα δεν κράτησε πολύ. Όλοι κόλλησαν τη μούρη τους στην τηλεόραση μέχρι που η μάνα μου αναστέναξε με ανακούφιση. «Ίσως γλιτώσαμε τον πόλεμο…» την άκουσα να μονολογεί. Αυτός που ανέλαβε να μας εξηγήσει τι είχε συμβεί ήταν ο παππούς. Πάντα ο παππούς αναλάμβανε τις δύσκολες αποστολές. Δεν πρέπει να ήταν και πολύ υπερήφανος τότε. Θυμάμαι ότι δύο κουβέντες έλεγε για ότι συνέβη και δέκα κουβέντες για ότι έπρεπε να συμβεί. Και βέβαια δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να μας υπενθυμίσει ότι είχε δυο πολέμους στην πλάτη του. Με τις αναμνήσεις του ζούσε κι αυτός. Είχε δει ανθρώπους να πεθαίνουν μπροστά στα μάτια του, είχε κουβαλήσει λαβωμένους στους ώμους του, είχε ματώσει τα χέρια του, είχε πετρώσει την καρδιά του…Πάντα τον άκουγα με δέος. Κι εκείνος με περίμενε πάντα με ανυπομονησία για να μου πει τις ιστορίες του. Ακόμα κι όταν τα χρόνια θόλωσαν τη μνήμη του. Ήθελα να του πω κι εγώ μια πραγματικά ενδιαφέρουσα ιστορία. Αλλά δεν πρόλαβα. Κατάλαβα έτσι, ότι δεν έχει σημασία τι θέλει ο καθένας να πει αλλά τι έχει ο καθένας να πει…

Πάλι λοξοδρόμησα,φίλε, αλλά ξέρεις εσύ! Τα παιχνίδια του νου συγχωρούνται, έλεγες. Ελπίζω να μην άλλαξες γνώμη. Θα αναρωτιέσαι βέβαια τι απέγιναν οι εραστές…

Για το Πέρδα σου τα είπα απέξω-απέξω. Αυτό που ξέχασα να σου πω είναι ότι το παίζει «συνοδός γηραιών κυριών» για να ζει ο άτιμος! Κάνει καλές κονόμες ,λέει ο Μήλας που τον παρακολουθεί…Αυτός κατάντησε μπάτσος. Με πηλήκιο, πιστόλι κι αριθμό στο πέτο. Νομίζω ότι τον αριθμό χρειάζονταν περισσότερο! Έχω καιρό να τον δω, αλλά καλά πρέπει να’ ναι…Τον βάλανε στο «Ηθών» κι από τον πολύ τον ζήλο ,ερωτεύθηκε έναν ταγματάρχη τραβεστί. Ευτυχώς που πέθανε ο πατέρας του. Θα είχε μετανιώσει ο άνθρωπος για τις εξορίες και για τη σπορά του.

Μόνο ο φίλος μας ο Κριτίας δεν μετάνιωσε για τίποτε. «Έχω εμπιστοσύνη στη μήτρα της Ιστορίας» έλεγε. Τον θυμάμαι ακόμα με τσαλακωμένα τζιν , αχτένιστα μαλλιά και άφιλτρα. Μιλούσε για επανάσταση, κορόιδευε τους γαλονάδες κι έβριζε τους παπάδες. Όλους εκτός από έναν. Εκτός από εκείνον που τον έκρυψε τη νύχτα της εξέγερσης. Κι αυτόν γιατί του άνοιξε την πόρτα πριν του ανοίξουν το κεφάλι ! «Γιατί πηδήχτηκε έτσι η μήτρα της Ιστορίας;»τον ρώτησα κάποτε. «Γιατί μια ροκ πενιά έμεινε μόνο…» απάντησε. «Που την ακούς στο αυτοκίνητο βρίζοντας που έκλεισε ο δρόμος για μια διαδήλωση, που θα αργήσεις να πας στη δουλειά ,που θα ρεζιλευτείς μπροστά στη γκόμενα ,που, που, που…». Άλλαξε, αλλά τουλάχιστον δεν μετάνιωσε για το παρελθόν του ο Κριτίας!

Να σου πω δυο λόγια και για την Αφροδίτη. Τελικά, το κατάφερε το ρο! Αλλά από τη μέρα που φιληθήκαμε ,ούτε καλημέρα δεν μπορούσα να της πω. Αν και πέρασαν τα χρόνια ο έρωτας μου άσβεστος! Μα μόνο στην τηλεόραση την χάζευα...Έγινε ηθοποιός η Αφροδίτη! Έγινε εξώφυλλα, έδωσε συνεντεύξεις, έγινε αστέρι,…,κάτι έγινε η Αφροδίτη. Μόνο ο Λευτέρης είχε προβλέψει αυτή την εξέλιξη! «Αυτή δεν σε θέλει» μου έλεγε, «θέατρο παίζει!».
Εσύ δεν γνώρισες ποτέ τον Λευτέρη. Ήταν καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερος. Ψηλός, ξανθός ,κατσαρομάλλης καθώς ήταν, έμοιαζε με άγγελο που ξέπεσε…Είχα προσέξει πως δεν μιλούσε ποτέ σε κανέναν. Έτρεχε όμως. Όπου κι αν πήγαινε ,τρέχοντας πήγαινε ,σαν δαιμονισμένος. Κι όταν λαχάνιαζε απλώνονταν φαρδύς πλατύς στη γη, σφύριζε δυνατά και τραγουδούσε. Του άρεσε να τραγουδά αλλά ντρέπονταν γι’ αυτό. Ή μάλλον και γι’ αυτό! Ακόμα και στη μάνα του μια καλημέρα έλεγε. Αν και όποτε την έβλεπε… Νταρντάνα και αναμφισβήτητα όμορφη, κάθε που σουρούπωνε χάνονταν με κάτι μουστακαλήδες κι αργούσε να γυρίσει. Εκείνος την περίμενε ανάβοντας όλα τα φώτα του σπιτιού. Σαν να γιόρταζε κάθε της επιστροφή. Η κάμαρη του σκοτείνιαζε μόνο όταν άκουγε τα βήματα της. Συνήθως τρίκλιζε, έβριζε, ούρλιαζε…

Μια μέρα το αποφάσισα. Στήθηκα στη γωνιά του δρόμου κι όταν τον είδα να βγαίνει από το σπίτι, έτρεξα και έπεσα με δύναμη πάνω του.
«Είσαι παράξενος βρε γείτονα» του είπα, «θέλω να γίνουμε φίλοι».
Με προσπέρασε σκυφτός κι ανέκφραστος.
«Άκουσα ότι έχασες από παιδί τον πατέρα σου, άκουσα ότι θέλεις να γίνεις γιατρός, άκουσα ότι γράφεις ποιήματα, άκουσα…,μήπως είσαι κουφός; Μην περπατάς τόσο γρήγορα ψηλέ, δεν σε προλαβαίνω» του φώναξα.
Σταμάτησε απότομα, γύρισε προς το μέρος μου και χαμογέλασε. Έσκυψε, με σήκωσε στους ώμους του κι άρχισε να τρέχει.
«Που είναι το σχολείο σου;»
«Δεύτερο, τρίτο, τέταρτο στενό αριστερά…»
Με κουβάλησε μέχρι την πόρτα κι έφυγε…Ή τρελός είναι ή αλλιώτικος, σκέφτηκα. Ούτε που φαντάστηκα, ότι το ίδιο μεσημέρι θα είχα μια ξεκάθαρη απάντηση. Με περίμενε στο προαύλιο του σχολείου, κρατώντας ένα τεράστιο κουτί.
«Δεν θα το ανοίξεις;» με ρώτησε…Το άνοιξα. Με την ίδια ταχύτητα και περιέργεια που ανοίγω όλα τα δώρα από τότε. Έβγαλα από το κουτί ένα σιδερένιο κλουβί με δυο σαστισμένα γαρδέλια.
«Παγιδεύτηκαν σε ξόβεργες τα άμοιρα». Ήταν η πρώτη φορά που με κοίταξε στα μάτια...Καβαλίκεψα ξανά στους ώμους του κι ακούμπησα το κλουβί στο κεφάλι του. Ξεκινήσαμε για τη γειτονιά. Μια γειτονιά, που για μοναδικό της στολίδι είχε το «Ηρώο των πατριωτών». Εκεί στην κατοχή, οι Γερμανοί σκότωσαν διακόσιους ανθρώπους. Η γιαγιά μου ,που έζησε το μακελειό, κουλουριασμένη πίσω από τις μισάνοιχτες γρίλιες του πατρικού μου, δεν κατάφερε ποτέ να ολοκληρώσει την αφήγηση για αυτή τη σφαγή. Τα πολυβόλα κροτάλιζαν μες το κεφάλι της μέχρι που έκλεισαν τα μάτια της για πάντα…

Είχα τη βεβαιότητα ότι ο Λευτέρης ήξερε καλά την ιστορία. Κι ας ήταν αγέννητος το σαραντατόσο. Είχα εμπιστοσύνη στα βιβλία του και κρεμάστηκα από τα χείλη του. Τότε πίστευα ότι ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Τσώρτσιλ κι ο Μουσολίνι ήταν κολλητοί του! Ήξερε τα πάντα γι’ αυτούς…Ξαπλώσαμε σε μια σκιάδα της Πλατείας με φάτσα το Ηρώο για τουλάχιστον τρεις ώρες. Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες απ’ όσα διηγήθηκε. Θυμάμαι όμως ότι συγκλονίστηκα. Τόσο που γράπωσα τα γαρδέλια και τα άφησα να πετάξουν ελεύθερα. Το κλουβί με κάτι καδρόνια που του έβαλα γύρω-γύρω, το μετέτρεψα σε γλάστρα! Ποτέ δεν εμπόδισε τίποτα ν ’ανθίσει…
Για να μην πολυλογώ, ο Λευτέρης είχε να πει πολλά. Εγώ όχι. Του φούσκωνα τα αυτιά με ανοησίες. Την ώρα που μου εξηγούσε την ετυμηγορία στη δίκη της Νυρεμβέργης, εγώ πήρα ανάποδες. Αισθάνθηκα την υποχρέωση να του μιλήσω για τους «ενόχους» της δικής μου καθημερινότητας. Για τον Μητσάρα του τελευταίου θρανίου, που τον πιάσανε να χαϊδεύεται γλαρώνοντας κάτι γυμνές που ζωγράφισε μόνος του, για τον Τρύφωνα τον «κροκόδειλο» που μας φλόμωνε στα ψέματα για να μας γυρεύει δανεικά, για τον καθηγητή των Θρησκευτικών που τον τσάκωσαν σε τσόντα με…τσόντα μουστάκι κι άλλα τέτοια τρομερά για μένα και για κείνον αδιάφορα.

Άκουγε τις ιστορίες μου αμίλητος και πάντα μου έλεγε: «Το τέλος θέλω να ακούσω». Τότε μόνο σώπαινα αλλά πάντα κατάφερνα να τον κάνω να γελά. Με την ίδια πάντα απάντηση. «Τι σε νοιάζει το τέλος βρε Λευτέρη;». Γελούσα και έπαιρνα θάρρος. Ακάθεκτος συνέχιζα τα δικά μου!

Του μίλησα για τη Δέσποινα την «επιστημόνισσα» που δεν κοιμόνταν για μέρες επειδή ήθελε να αποδείξει ότι ο ύπνος είναι επίκτητη ανάγκη από την εποχή των παγετώνων, για τη Μάρθα την «κινητή εγκυκλοπαίδεια», για τον «ευαγγελιστή Λουκά» που πλαστογραφούσε το απουσιολόγιο, για όλους και όλες που κυρίευαν τις μέρες μου…

Όταν κουραστήκαμε από τον πιο άσχετο διάλογο που κάναμε ποτέ, κινήσαμε για τα σπίτια μας. Ο Λευτέρης, εγώ και το κλουβί…Με το που στρίψαμε στη γωνία, το αίμα μας πάγωσε. Έξω από το φτωχικό του Λευτέρη είχε μαζευτεί κόσμος και σταυροκοπιόταν. Κακό σημάδι αυτό, σε πολλές περιπτώσεις…

Τρέξαμε μέχρι την αυλόπορτα και βρεθήκαμε μπροστά σε μια λίμνη αίματος. Η μάνα του Λευτέρη κατάχαμα μαχαιρωμένη. Με τα χέρια δεμένα στο στήθος και τα μάτια καρφωμένα στον ουρανό.

Έστρεψα το βλέμμα μου στον Λευτέρη. Παγωμένος. Για πέντε λεπτά ακίνητος. Μετά έσκυψε και μου ψιθύρισε στο αυτί: «Κοίτα τα χέρια της…Δες τα μάτια της…Άραγε πρόλαβε να ζητήσει έλεος;». Απάντηση δεν πήρε. Ούτε που την χρειάζονταν νομίζω. Αγκάλιασε τη μάνα του ,την έσυρε μέσα στο σπίτι και ξέσπασε σε λυγμούς. Έκλαψα κι εγώ, αλλά για τον Λευτέρη…
Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιο βαθιά κλείνονταν στο καβούκι του. Από την Σχολή στην οικοδομή κι απ’ την οικοδομή στο σπίτι. Το πτυχίο ήταν θέμα μηνών αλλά η πείνα ανυπόμονη. Μόνο τις Κυριακές καβάλαγε τη μηχανή του κι έπαιρνε τον άνεμο στο κατόπι. Σε μια από αυτές τις περιπλανήσεις γνώρισε την Άννα. Αυτή τον ανέστησε. Μέχρι τότε, που και που περνούσε από τα μπιλιάρδα, άφηνε πεσκέσι μερικές δαχτυλιές στα μπράτσα μας κι έφευγε αφού πρώτα είχε πιει δυο -τρεις βότκες και δεν είχε πει ούτε δυο-τρεις κουβέντες…

Η Άννα ήταν η πρώτη γυναίκα που μπήκε στο σπίτι του μετά το φονικό. Για να προλάβω την ερώτηση, σου λέω φίλε, ότι δεν μάθαμε αν αυτός που «έδωσε την μάχαιραν», την έλαβε κιόλας. Η Άννα λοιπόν, ήταν η πρώτη γυναίκα που ξανάδωσε φτερά στον Λευτέρη. Μάλλον ήταν και η πρώτη γυναίκα που πλάγιασε μαζί του. Η «κοινή» μας Τζένη το είχε παράπονο αυτό! Ήταν ομορφόπαιδο. Κι είμαι σίγουρος ότι η Τζένη, αφού έκανε σκόντο σε μας, σ’αυτόν θα δίνονταν τζάμπα. Η Άννα όμως της στέρησε τη χαρά. Γοητευτική κοπέλα. Μελαχροινή, με ξέπλεκα μακριά μαλλιά, πολύχρωμα φαρδιά ρούχα και μια τσάντα που χωρούσε μέσα τον ουρανό με τ ’άστρα! Έτσι τη θυμάμαι. Μοιράζονταν με τον Λευτέρη όλες τις ώρες που είχε ελεύθερες. Ήμουν σίγουρος πως είχε βρει το χάρτη του πιο κρυμμένου θησαυρού του. «Ταίριαξαν και συμπεθέριασαν» έλεγαν στη γειτονιά. Κάθε που σουρούπωνε, γκάζωναν προς το ποτάμι και το κυνηγούσαν ως τη θάλασσα. Ένα σούρουπο του Δεκέμβρη δεν γύρισαν. Ποτέ…Ίσως γιατί δεν θέλησαν να γυρίσουν…Την Άννα φίλε, δεν την γύρεψε κανένας. Ποτέ...Άγνωστη μπήκε, άγνωστη βγήκε από τη ζωή μας.

Μετά από καιρό βρήκα το θάρρος και τρύπωσα στο σπίτι του Λευτέρη. Ένα στρώμα ριγμένο στο πάτωμα, δυο αχτένιστες ψάθινες καρέκλες, κάτι καφάσια με βιβλία και μια φωτογραφία της μάνας του στόλιζαν τη γύμνια της κάμαρας του. Σε ένα τετράδιο που βρήκα ανοιχτό πάνω στο στρώμα, είχε αραδιάσει με μολύβι κάποιες λέξεις που δεν θα ξεχάσω ποτέ.

"Φευγαλέα είδωλα ψιθύρων ουρλιαχτά,ψελλίσματα κι αιρετικές ταλαντώσεις στο λυκαυγές θιασάρχης σκιών βουβών περιοδικών ερεθισμάτων ανταύγειες κι ανώδυνων ηδονών τάφος υγρός, θροΐσματα χρωμάτων κι εγώ απέναντι…"

Τον αγάπησα φίλε. Ίσως νύχτωσε γι’ αυτόν, πριν από το μεσημέρι…Για μένα ζει ακόμα και καλή του ώρα, όπου κι αν είναι…

Συνεχίζω…
Το χάραμα με βρήκε για μια ακόμη φορά, καρφωμένο μπροστά στο παράθυρο. Όλη νύχτα διάβαζα και ξαναδιάβαζα αυτά που μόλις διάβασες. Ήθελα πολλά να αλλάξω αλλά η αλήθεια αντιστέκονταν.
Για τους διαβάτες, θα φάνταζα σαν μια θαμπή φωτογραφία σε παλιομοδίτικη κορνίζα. Μπροστά στα μάτια μου, άνθρωποι φασκιωμένοι με τα μάλλινά τους, περπατούσαν βιαστικά, κυνηγημένοι θαρρείς, για εγκλήματα που ποτέ δεν έκαναν και ποτέ δεν σκέφτηκαν να κάνουν.
Στην απέναντι πολυκατοικία, εκεί που κάποτε έστεκε το χαμόσπιτο του Λευτέρη, μια παχουλή κυρία με ξανθά ατίθασα μαλλιά, τινάζει στη βεράντα ένα χαλί και το κουμαντάρει σαν να είναι χαρτοπετσέτα. Πίσω της, γερμένος στο παραθυρόφυλλο, ένας άνδρας την χαζεύει και χαϊδεύει με αργές κινήσεις τη γενειάδα του. Είναι σίγουρο πως δε θα χάλαγε η ζαχαρένια του αν τον έριχνε στο χαλί η κυρία.
Στο διπλανό διαμέρισμα, ένας γεράκος ακουμπισμένος στα κάγκελα, καβαλικεύει το ένα μετά το άλλο τα δάχτυλα του, σαν να μετράει περαστικούς. Από τότε που τον παράτησαν μονάχο, κάθε μέρα, την ίδια ώρα, το ίδιο κάνει! Προσκλητήριο ζωντανών! Κανείς στη γειτονιά δεν γνωρίζει το όνομα του. Όλοι τον αποκαλούν Στρατηγό. Μετά το «προσκλητήριο» κατεβαίνει στον περιπτερά, με τα παράσημα του καρφιτσωμένα στον γιακά της πιτζάμας, αγοράζει εφημερίδες και εξαφανίζεται μέχρι το επόμενο πρωί. Κάποτε υπήρξε μεγάλος και γενναίος .Μα τα παιδιά του, δεν συγχωρέσανε ποτέ τη γενναιοδωρία του. Όλα όσα απέκτησε στη ζωή, τα χάρισε στην εκκλησία, για να αναπαύσει τη ψυχή του, όπως είπε. Ποιος ξέρει που την κούρασε και πως…

Άφησα τη ματιά μου να αναρριχηθεί σε όλα τα μπαλκόνια, με την ελπίδα ότι θα κουραστεί. Τα περιεργάστηκα όλα, εκτός από αυτό του ρετιρέ. Ένας φόνος, αποκάλυψε όλη τη βρωμιά που έκρυβε. Τώρα ενοικιάζονταν ως ευάερο και ευήλιο.
Εκεί ζούσαν δυο δεκάχρονα δίδυμα κορίτσια με την κατάκοιτη μάνα τους και τον πατριό τους. Ναυτικός αυτός, έρχονταν κάνα μήνα τον χρόνο και κάθονταν μαζί τους περιμένοντας να μπαρκάρει. Όπως απεδείχθη όμως δεν έχανε το χρόνο του. Έδερνε και βίαζε τα κοριτσάκια μπροστά στα μάτια της φιμωμένης μάνας τους. Ώσπου μια νύχτα, του έμπηξε στην καρδιά ένα κουζινομάχαιρο την ώρα που κοιμόνταν πλάι της, μουλιασμένος στο ουίσκι. Τότε έτρεξαν αστυνομικοί, τότε έτρεξαν δημοσιογράφοι, τότε έτρεξαν ψυχολόγοι, τότε έτρεξαν κι υπουργοί. Μια γειτόνισσα δήλωσε στην τηλεόραση ότι «δεν φαντάζονταν τι γίνονταν κάτω από τη μύτη της». Άσχετο αλλά η ίδια γειτόνισσα έκανε την ίδια δήλωση και σε ένα άλλο έγκλημα στην άλλη άκρη της πόλης. Μια εβδομάδα αργότερα…Αυτή τη γειτόνισσα, πάντα ήθελα να τη γνωρίσω. Γιατί πάντα με ενδιέφεραν, αυτοί που δεν φαντάζονται τι γίνεται κάτω από τη μύτη τους. Ήμουν βέβαιος ότι τέτοιου είδους «ήρωες» και «ηρωίδες» πλήθαιναν επικίνδυνα γύρω μου…

Πάλι ξεμάκρυνα απ’ τα δικά μου φίλε…
Έχω εγκαταλείψει προ πολλού το καθηγητηλίκι. Για πολλά φεγγάρια απίθωσα τις ελπίδες μου στη δύναμη της εικόνας. Εκείνο το «απέναντι» στα στιχάκια του Λευτέρη με είχε σημαδέψει. Έλιωνα σόλες στους δρόμους για να φυλακίζω στο φιλμ της μηχανής μου κάθε εικόνα που είχε ή που νόμιζα ότι είχε σημασία. Το τέλος της διαδρομής ήταν πάντα το ίδιο. Το πιο απομονωμένο παγκάκι στην όχθη του ποταμού. Αυτό το παγκάκι μου επιφύλαξε την μεγαλύτερη αλλά και την πιο γλυκιά έκπληξη της ζωής μου…

Ένα απομεσήμερο όταν πλησίασα το παγκάκι κατάκοπος από τον ποδαρόδρομο, αντίκρισα μια γυναικεία φιγούρα σκεπασμένη με ένα κατάλευκο σεντόνι. Βρέθηκα μεμιάς δίπλα της για να σιγουρευτώ ότι το «εύρημα» δεν ήταν μακάβριο. Έστησα αυτί για να ακούσω την ανάσα της. Τόσο αδιάκριτα, που σαν άνοιξε τα μάτια της, πήγε να πεθάνει από τον φόβο της. Τινάχθηκε σαν ελατήριο από το παγκάκι ,γράπωσε την τσάντα της και με τρεμάμενη φωνή με ρώτησε τι γύρευα απ’ αυτή. Σάστισα. Δεν έβγαλα μιλιά. Το μυαλό μου αρνιόνταν να λειτουργήσει. Η γυναίκα με είδε αποσβολωμένο και ηρέμησε .Περίμενε όμως μια απάντηση στο ερώτημα. Τι γύρευα από αυτή; Τι γύρευα εκεί; Πάντα είχα πρόβλημα με αυτές που λέμε «γενικές ερωτήσεις». Πολύ δε περισσότερο τότε, που έπρεπε να απαντήσω σε μια άγνωστη για ένα τόσο περίπλοκο θέμα…

Μπροστά μου στάθηκε ένα πανέμορφο πλάσμα με καστανόξανθες μπούκλες και δυο μάτια γεμάτα μέλι. Κόλλησα πάνω τους…Αφοπλίστηκα. Συστήθηκα κι άρχισα να μιλάω για τον εαυτό μου με τόση ειλικρίνεια που ούτε στον καθρέφτη μου δεν τόλμησα ποτέ. Ο πάγος έσπασε…Η Αλίκη- αυτό ήταν το όνομα του «ευρήματος»-είχε φτάσει στην πόλη, την προηγούμενη μέρα. Ο πατέρας της, πολιτικός πρόσφυγας από την βαλκανική «γειτονιά» που έβραζε, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του κι εκείνη τον ακολούθησε. Η μητέρα της, Ελληνίδα δεύτερης γενιάς, γόνος Μακεδόνων που ξενιτεύτηκαν στον δικό μας εμφύλιο, ήταν καθαρίστρια στην πρεσβεία μας. Μια αρρώστια όμως της την στέρησε όταν ήταν επτά χρόνων. Ο πατέρας της, κάνοντας καμιά σαρανταριά δουλειές, κατάφερε να την μεγαλώσει, αλλά δεν κατάφερε να συμβιβαστεί με τον πόλεμο στη δική του πατρίδα…Όση ώρα μιλούσε η Αλίκη, αισθανόμουν ένοχος για την ευλογία της μοίρας μου. Αυτά που στερήθηκα στη ζωή μου ήταν λίγα. Κι άχρηστα ίσως. Έζησα την τρέλα της παιδιάστικης ανεμελιάς, σκίρτησα στο άγγιγμα της εφηβείας και πόνεσα όταν ήρθε η ώρα να πονέσω. Τίποτα στη ζωή μου δε βιάστηκε και τίποτα δεν άργησε πολύ…

Με τον καιρό το παγκάκι έγινε το στέκι μας. Σπάνια πια βόλταρα στα μπιλιαρδάδικα και τα μπαράκια. Έμπαινα τρέχοντας, μάθαινα νέα και το έσκαγα. Μόνο στα ραντεβού της Κυριακής ήμουν συνεπής. Η παλιοπαρέα μαζευόμασταν στο βιβλιοπωλείο του Μηνά, αξιολογούσαμε την πολιτική κατάσταση και ξενυχτούσαμε μεθοκοπώντας. Πάντα αρχίζαμε να συζητάμε για τη μεγάλη ευκαιρία της χαμένης αλλαγής και πάντα καταλήγαμε στη μεγάλη ευκαιρία του χαμένου πέναλτι! Πάντα ξεθάβαμε από τη μνήμη μας τις ίδιες φάρσες και τις ίδιες τρέλες και πάντα τις ξαναθάβαμε για να τις ξαναξεθάψουμε μια εβδομάδα αργότερα. Παρά τις…επαναλήψεις ποτέ δεν έχανα αυτό το έργο. Αλλά για όλους υπάρχουν οι πρώτες φορές. Η Αλίκη με είχε μαγέψει. Έτσι άρχισαν οι απουσίες…Τη νύχτα έγραφα μονόπρακτα και τις μέρες την σκηνοθετούσα. Έγινε για μένα πρωταγωνίστρια, έγινα για κείνη θεατής. Θεατής μιας παράστασης που έτσι κι αλλιώς γράφονταν μόνο για δύο. Σύντομα όμως καταλάβαμε πως η ζωή γράφει πιο ευφάνταστα σενάρια…

Μια ανοιξιάτικη μέρα η Αλίκη μου ανακοίνωσε με μια πρωτόγονη χαρά το σπουδαίο μυστικό της. Ο έρωτας μας καρποφόρησε! Λιποθύμησα. Με πλάκωσε στα χαστούκια για να συνέλθω. Άλλα κι όταν συνήλθα αισθανόμουν σαν χαμένος στο διάστημα. Ονειρευτήκαμε κι οι δυο για το βλαστάρι μας. Μα έξι μήνες αργότερα ,η Αλίκη πνίγηκε στο αίμα κι έσβησε στην αγκαλιά μου. Το μωρό σώθηκε την τελευταία στιγμή. Κι ότι απέμεινε από τα όνειρα μου κούρνιασαν στη θερμοκοιτίδα του...Δεν μπορώ να σβήσω απ’ το μυαλό μου το ύφος του γιού μου όταν γεννήθηκε. Είχε ένα παράπονο ζωγραφισμένο στα μάτια του, σαν να ψυχανεμίζονταν πως τον θεωρούσα υπεύθυνο για το χαμό της μητέρας του. Σαν να καταλάβαινε πως ήμουν οργισμένος με τη μοίρα αν και γευόμουν το χαρμάνι της ευτυχίας…Εκείνο το παράπονο νομίζω ότι δεν έφυγε ποτέ από τα μάτια του. Ακόμα και σήμερα το βλέπω. Το όνομα αυτού… Λευτέρης! Για ευνόητους λόγους. Ο γέρος μου, πατέρας παλιάς κοπής, δεν χάρηκε καθόλου με την επιλογή του ονόματος. Ήταν δύσκολο να καταλάβει πως είχε χαραχτεί τόσο βαθιά μέσα μου ,η απώλεια ενός φίλου. Αν και κατέβαλα πολλές προσπάθειες για να συμβιβαστεί με την ιδέα, ο Λευτεράκης γι’ αυτόν έγινε Άκης! Για τους φίλους του Άκης από το Δημητράκης…

Κάποια στιγμή κι αφού με χίλια τερτίπια την είχα γλιτώσει χίλιες φορές, έπρεπε να υπηρετήσω την Πατρίδα. Της το χρωστούσα άλλωστε όπως μου είπε ο Φρούραρχος. Αλλά δυστυχώς, εκτός απ’ την Πατρίδα χρωστούσα και σε όσους μιλούσαν ελληνικά. Η δουλειά του φωτορεπόρτερ μπορεί να είναι συναρπαστική αλλά τα λεφτά της είναι λίγα. Κι όσα λεφτά έβγαζα, συμπληρώνοντάς κι άλλα με χαμαλοδουλειές ,τα έδινα στη μάνα μου για το παιδί. Κάθε που έπαιρνα άδεια από το σκατόφτυαρο στα σύνορα, έτρεχα για τον αγκαλιάσω. Και κάθε φορά που άκουγα το γέλιο του, σκεφτόμουν τα τελευταία λόγια της Αλίκης. «Την αγάπη που μου χάρισες, μη την στερήσεις απ’ όσους νοιάζονται για σένα».

Ο καιρός πέρασε γρήγορα και μέσα μου, στις ατέλειωτες ώρες της σκοπιάς, έβραζε η τρελή επιθυμία να ασχοληθώ με τη σκηνοθεσία. Όταν πήρα «φύλλο πορείας» για το σπίτι μου, έβαλα το δίκοχο στην κωλότσεπη, χαιρέτησα τις «σειρές» κι έφυγα σφαίρα απ’ το στρατόπεδο. Το ίδιο μεσημέρι ήμουν ξαπλωμένος στην κάμαρα που στέγασε το πρώτο αντριλίκι μου. Κάπνιζα. Με μια ηλίθια γκριμάτσα ,άφηνα δαχτυλίδια καπνού στον αέρα και τα παρακολουθούσα μέχρι που διαλύονταν. Κάθε που σχημάτιζα ένα δαχτυλίδι κραύγαζα. Κάθε που διαλύονταν μελαγχολούσα… Δίπλα μου σωριασμένη η Τζένη. Η «κοινή» μας Τζένη. Είχε κλειδώσει την πόρτα, είχε σφαλίσει τα παράθυρα και με τον Μόρρισον στη διαπασών «περίμενε τον ήλιο». Αυτό το τραγούδι το είχαμε ακούσει μαζί πολλές φορές. Πάντα στη διαπασών και πάντα με τα παραθυρόφυλλα κλειστά…Ο έρωτας με την Τζένη δεν άλλαξε χούγια με τα χρόνια. Είχε πάντα το ίδιο πάθος και το ίδιο φινάλε. Σπαράζαμε αγκαλιασμένοι κι αποχαιρετιζόμασταν σαν να βλεπόμασταν για τελευταία φορά. Όμως τα σχοινιά που δένουν τους ανθρώπους δεν σπάνε με αποχαιρετισμούς. Ακόμα κι αν δεν βρήκαν ποτέ τους λόγους που μπέρδεψαν τα σχοινιά τους…

Η Τζένη είχε αρχίσει να σιτεύει και φαινόνταν ευτυχισμένη που την ποθούσα ακόμη. Δεν θέλησα ποτέ να της πω ολόκληρη την αλήθεια. Δεν την ποθούσα. Ήθελα όμως να είναι ευτυχισμένη. Πάντα της τηλεφωνούσα πριν την επισκεφτώ. Και πάντα αργούσε να μου ανοίξει την πόρτα. Με υποδέχονταν με τα πιο αστραφτερά φτιασίδια της…Πονεμένη ιστορία η Τζένη μας…Έμεινε μονάχη από πιτσιρίκα. Εγκατέλειψε το χωριό και τους δικούς της για έναν αλητάμπουρα που της έταξε τον παράδεισο. Τελικά την έβγαλε στο κλαρί κι η ντροπή δεν της επέτρεψε τον γυρισμό…Όταν μπουζουριάσανε τον αλητάμπουρα για κλεψιές και χασίσια, άρχισε να αναπνέει πιο ελεύθερα. Μόνη της πάλευε αλλά με ένα σκληρό μαράζι στα σωθικά της. Ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο ένα παιδί.Γι’ αυτό με λάτρεψε. Όταν φόρεσα το χακί ,είπα στη μάνα μου να εμπιστεύεται την Τζένη και παρότι την κοιτούσε με μισό μάτι, της έδινε συχνά τον γιό μου για καμιά βόλτα στο πάρκο. Ο Λευτέρης έμαθε πολλά από την Τζένη, γιατί η Τζένη έμαθε πολλά από τη ζωή…

Εκείνο το απόγευμα λοιπόν το πέρασα μαζί της. Μοιραστήκαμε τις αγωνίες και τα τσιγάρα μας. Ήξερε το ψώνιο μου για το σινεμά, ήξερε για τις αφραγκίες μου, ήξερε την αγωνία μου για το παιδί, τα ήξερε όλα. Κι εκεί που σκαλίζαμε το χθες, μου πρότεινε να ψάξω την Αφροδίτη. «Έχει διασυνδέσεις» μου είπε. «Δεν χάνεις τίποτα αν της μιλήσεις»…Φυσικά δεν της είπα λεπτομέρειες για τις παιδικές μου περιπέτειες με την Αφροδίτη, αλλά η ιδέα της ,μου έδωσε ελπίδες. Ούτε που είχα τολμήσει μέχρι τότε να σκεφτώ αυτή την συνάντηση! Την επόμενη μέρα πήρα την μεγάλη απόφαση!

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

 

ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΤΣΙΑΚΑΝΙΚΑ

 

0 σχόλια

Τα στοιχεία σας είναι ασφαλή! Το email σας δεν δημοσιεύεται...
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά.

Το Χωριό Στεπαντσίκοβο του Φιόντορ Ντοστογιέφσκη-Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκοβόστη

Από τις εκδόσεις Γκοβόστη κυκλοφορεί το βιβλίο Το Χωριό Στεπαντσίκοβο, του Φιόντορ Ντοστογιέφσκη. Το χωριό Στεπαντσίκοβο έχει τεράστιο ενδιαφέρον στη μελέτη της Ντοστογεφσκικής λογοτεχνικής διαδρομής, λειτουργεί δηλαδή ως δείκτης μιας τεράστιας λογοτεχνικής πορείας που δε σταμάτησε να εξελίσσεται ποτέ. Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο φέρνει τον κεντρικό ...

Διαβάστε περισσότερα

«Ο παράδεισος των ζώων» του Ντέιβιντ Τζέιμς Ποϊσάντ-Ένα βιβλίο που ξεχωρίζει στην κατηγορία Αμερικανική πεζογραφία - Διήγημα !

Σε κάθε μία από τις ιστορίες του αξιόλογου βιβλίου «Ο παράδεισος των ζώων» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Opera, ο βραβευμένος συγγραφέας David James Poissant διερευνά τους αδύναμους δεσμούς των οικογενειών ,όπως δοκιμάζονται από τη δύναμη της αγάπης. Οι εντυπωσιακά αληθινοί χαρακτήρες του βιβλίου ,έχουν φτάσει ...

Διαβάστε περισσότερα

Προτάσεις βιβλίων για το καλοκαίρι...

Η νέα σειρά των Εκδόσεων Διάπλαση, «Ελληνική Λογοτεχνία» μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα κατόρθωσε να αφήσει τη δική της λογοτεχνική σφραγίδα. Ένα εκδοτικό εγχείρημα που κυκλοφόρησε σε λιγότερο από ένα χρόνο τους παρακάτω τίτλους: * «Φιλική Εταιρεία Πνεύματος», Δημήτρης Καρύδας * «Μαγικός αέρας», Βασίλης Κυριλλίδης * ...

Διαβάστε περισσότερα

Τρία παιδικά βιβλία για τις καλοκαιρινές διακοπές από τις εκδόσεις Πορφύρα

Τα σχολεία σταμάτησαν και τώρα είναι ίσως η καλύτερη εποχή του χρόνου για διάβασμα. Όχι για μαθήματα και υποχρεωτικές εργασίες αλλά για ευχάριστα αναγνώσματα που θα διεγείρουν τη φαντασία και θα ενισχύσουν τις γνώσεις των παιδιών με τον πιο διασκεδαστικό τρόπο. Οι εκδόσεις Πορφύρα προτείνουν ...

Διαβάστε περισσότερα

«Ο Μισάνθρωπος» του Μολιέρου κυκλοφορεί από την Κάπα Εκδοτική

Tο σπουδαίο έργο του Μολιέρου, «Ο Μισάνθρωπος» κυκλοφορεί από την Κάπα Εκδοτική ,σε μετάφραση Γιάγκου Ανδρεάδη.Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 20 Απριλίου 2018 στο Σύγχρονο Θέατρο στην Αθήνα σε σκηνοθεσία της Ιόλης Ανδρεάδη και διασκευή της ίδιας με τον Άρη Ασπρούλη. Λίγα λόγια για το ...

Διαβάστε περισσότερα

Γιατί ο Οδυσσέας Ελύτης συνιστά διακοπές στο νησί του, τη Λέσβο

« Πουθενά σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου, ο Ήλιος και η Σελήνη δεν συμβασιλεύουν τόσο αρμονικά, δεν μοιράζονται τόσο ακριβοδίκαια την ισχύ τους, όσο επάνω σε αυτό το κομμάτι γης που κάποτε, ποιος ξέρει σε τι καιρούς απίθανους, ποιος θεός, για να κάνει το ...

Διαβάστε περισσότερα

Πορνοστάρ – Η αόρατη βιομηχανία του σεξ της Έλενας Πέγκα

 "Πορνοστάρ" - Το νέο θεατρικό έργο της Έλενας Πέγκα μόλις  κυκλοφόρησε σε βιβλίο από την Κάπα Εκδοτική. Με μια πυκνή, λογοτεχνική γλώσσα, το έργο ξεδιπλώνει τις ιστορίες πρωταγωνιστών του «πλαστικού» κόσμου του πορνό, ενός κόσμου γεμάτου κλισέ, καθρέφτη του μοναχικού σώματος του καθενός. Προσπαθώντας να δει πέρα ...

Διαβάστε περισσότερα

Kυκλοφορεί το εμβληματικό "1984" του Τζώρτζ Όργουελ σε νέα διασκευή!

Το ολοκληρωτικό καθεστώς του Μεγάλου Αδελφού, παρακολουθώντας συνεχώς τους πάντες και τα πάντα μέσα από αμέτρητες διαδραστικές τηλεοθόνες, κυκλοφορεί από την Κάπα Εκδοτική. Πρόκειται για ένα προφητικό μυθιστόρημα-σταθμός για την πολιτική σκέψη του 20ού αιώνα, το πλέον γνωστό έργο του Τζωρτζ Όργουελ που κυκλοφορεί σε νέα ...

Διαβάστε περισσότερα

Η μάνα κουράγιο και τα παιδιά της, το αριστούργημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ κυκλοφορεί από την Κάπα Εκδοτική

Το βιβλίο «Η Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της» κυκλοφορεί από την Κάπα Εκδοτική με αφορμή την ομώνυμη παράσταση του Κρατικού θεάτρου Βορείου Ελλάδος σε σκηνοθεσία του Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς και νέα μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Η παράσταση του κλασικού αντιπολεμικού αριστουργήματος του Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Η μάνα ...

Διαβάστε περισσότερα

"Παιδιά ενός κατώτερου Θεού" το έργο του Μάρκ Μέντοφ κυκλοφορεί από την Κάπα εκδοτική

Το γνωστό έργο «Παιδιά ενός κατώτερου Θεού », γραμμένο το 1979 από τον αμερικανό θεατρικό συγγραφέα Μαρκ Μέντοφ, επανακυκλοφορεί από την Κάπα Εκδοτική. Η κλασικότητα του έργου έγκειται στο γεγονός ότι εξακολουθεί να προβληματίζει και να συγκινεί τον αναγνώστη με το πάντα επίκαιρο ζήτημα της ύπαρξης ...

Διαβάστε περισσότερα

"Ο Φάουστ του Γκαίτε" σε μια έκδοση υψηλής αισθητικής από την Κάπα Εκδοτική

Ο Φάουστ του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε κυκλοφορεί από την Κάπα Εκδοτική σε μετάφραση του σκηνοθέτη και πανεπιστημιακού Σπύρου Α. Ευαγγελάτου, με προλογικό σημείωμα του ίδιου. Η έκδοση περιλαμβάνει επίμετρο ,επιμελημένο από τον Πλάτωνα Μαυρομούστακο και αποσπάσματα από δημοσιεύσεις Ελλήνων και ξένων μελετητών του Γκαίτε, καθώς ...

Διαβάστε περισσότερα

"Η Όπερα της Πεντάρας" του Μπέρτολτ Μπρεχτ σε μετάφραση Γιώργου Δεπάστα από την Κάπα Εκδοτική

Από την Κάπα εκδοστική κυκλοφορεί «Η Όπερα της Πεντάρας» του Μπέρτολτ Μπρεχτ σε μετάφραση Γιώργου Δεπάστα και σε επίμετρο Γιάννη Χουβαρδά. Έργο εμβληματικό της παγκόσμιας δραματουργίας και μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες στην ιστορία του θεάτρου, ήδη από την πρεμιέρα στις 31 Αυγούστου του 1928, η ...

Διαβάστε περισσότερα

Τέσσερις μοναδικές παιδικές προτάσεις για το καλοκαίρι από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος

Οι εκδόσεις Ζαχαρόπουλος μας προτείνουν τέσσερα μοναδικά βιβλία για μικρούς αναγνώστες! Η Μαργαρίτα και η μάγισσα-Ίνγκριντ και Ντίτερ Σούμπερτ Η μικρή Μαργαρίτα δε βούρτσιζε τα δόντια της, γιατί φοβόταν τη μικροσκοπική μάγισσα, την Ποδαρού. Όταν όμως διαπίστωσε πως η μικροσκοπική μαγισσούλα είναι συμπαθητική κι ας έχει ...

Διαβάστε περισσότερα

"Η διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας" του Θεόδωρου Ζέρβα-Kυκλοφορεί απο τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος

 Στη σειρά "Σύγχρονη παιδαγωγική 7 " κυκλοφορεί ένα ανεκτίμητο για τους ερευνητές των σχολικών εγχειριδίων βιβλίο με τίτλο "Η διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας" του Θεόδωρου Ζέρβα.Δεν πρόκειται απλά για ένα  ενδιαφέρον ανάγνωσμα αλλά για ένα πολύτιμο μαθησιακό εργαλείο που αξίζει να διαβαστεί από όλους μας! Το ...

Διαβάστε περισσότερα

«Σαν διαβείς τη γέφυρα του Σοβέτο» της Μόνικας Σαβουλέσκου-Βουδούρη-Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος

Το βιβλίο «Σαν διαβείς τη γέφυρα του Σοβέτο» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα της βραβευμένης Μόνικας Σαβουλέσκου-Βουδούρη που συγκλονίζει με την πλοκή τους αναγνώστες. Λίγα λόγια για το βιβλίο: Η γέφυρα του Σοβέτο βρίσκεται στην Ουτρέχτη. Το όνομά της είναι παρμένο ...

Διαβάστε περισσότερα

"Εκατό Χρόνια Μοναξιάς "του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Το θρυλικό βιβλίο «100 Χρόνια Μοναξιά», που έχει πωλήσει πάνω από 30 εκ. αντίτυπα παγκοσμίως και έχει μεταφραστεί σε 35 γλώσσες,μόλις κυκλοφόρησε από τις Eκδόσεις Ψυχογιός.Ενα βιβλίο που αξίζει όλοι να διαβάσουν!  Tο «Εκατό χρόνια μοναξιά» το διασημότερο έργο του νομπελίστα Κολομβιανού συγγραφέα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ...

Διαβάστε περισσότερα

Ποιητικό...πραξικόπημα!

Επιτέλους ένα...πραξικόπημα – αυτή τη φορά από ποιητές! Αυτό που ζούμε σήμερα στην Ελλάδα μόνο ένας ευθυμογράφος ή ένας σατυρικός ποιητής μπορούσε να περιγράψει με ακρίβεια και χωρίς τον κίνδυνο να κατηγορηθεί ότι …ετοιμάζει πραξικόπημα. ! Φοβάμαι πως αν ένας σύγχρονος έπαιρνε στα σοβαρά τους πρωταγωνιστές ...

Διαβάστε περισσότερα

Η γεροντοκόρη του Ονορέ ντε Μπαλζάκ-Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιo

Aπό τις εκδόσεις Μεταίχμιο, στο πλαίσιο της σειράς «Μεγάλες αφηγήσεις» που επιμελείται ο Δημήτρης Στεφανακης, κυκλοφορεί το βιβλίο του Ονορέ ντε Μπαλζάκ, «Η γεροντοκόρη». Μια βαθιά συγκινητική ιστορία για την ανθρώπινη μοναξιά και την ωμότητα του κόσμου. Mεγαλοποιούµε τόσο τα δεινά µας όσο και την ευτυχία ...

Διαβάστε περισσότερα

Το νησί των πιγκουίνων του Ανατόλ Φρανς -Kυκλοφορεί στη σειρά Μεταίχμιο Pocket

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορεί το βιβλίο «Το Νησί των πιγκουίνων»(pocket) του βραβευμένου με Νόμπελ λογοτεχνίας Ανατόλ Φρανς. Το 1908,ο συγγραφέας έγραψε το Νησί των πιγκουίνων σε μορφή μυθιστορήματος, στο οποίο καταδικάζει τους επαγγελματίες πολιτικούς. Στο φαντασμαγορικό αυτό αφήγημα, το ωραιότερο από τα μυθιστορήματα του Ανατόλ Φρανς, ...

Διαβάστε περισσότερα

Τα λάφυρα του Πόιντον του Χένρι Τζέιμς-Κυκλοφορεί στη σειρά Μεταίχμιο Pocket

Ο Χένρι Τζέιμς αρχικά δημοσίευσε "Τα λάφυρα του Πόιντον" σε συνέχειες στο περιοδικό The Atlantic Monthly το 1896, με τον τίτλο "The Old Things" ["Τα παλιά πράγματα"]. Το μυθιστόρημα αυτό κυκλοφόρησε σε βιβλίο με τον οριστικό του τίτλο τον επόμενο χρόνο, το 1897. Το Πόιντον ...

Διαβάστε περισσότερα

Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ-Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

Στο πλαίσιο της σειράς «Μεγάλες αφηγήσεις» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το βιβλίο του Λουίτζι Πιραντέλο, «Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ».  Το μυθιστόρημα Ο μακαρίτης Ματτία Πασκάλ του Λουίτζι Πιραντέλλο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1904 στο περιοδικό Nuova Antologia στα τεύχη Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου και ...

Διαβάστε περισσότερα

Ο ψυχίατρος Γιώργος Δημόπουλος μιλάει για το νέο του βιβλίο " ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ : ευχαριστώ θα πάρω"

Αισιοδοξία. Ευχαριστώ, θα πάρω! Ο ψυχίατρος Γιώργος Δηµόπουλος, µιλώντας για το τελευταίο του βιβλίο “Αισιοδοξία – Ευχαριστώ θα πάρω”, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας,υπογραµµίζει πως η θετική σκέψη είναι το καύσιµο που µας κρατάει στη ζωή! Η αισιοδοξία δεν είναι μια συλλογή στοχασμών γύρω από ...

Διαβάστε περισσότερα

Εκδηλώσεις για τον εορτασμό της παγκόσμιας ημέρας αστεροειδών στις 29 &30 Ιούνιου 2018 στην Ελλάδα

Η κύρια εκδήλωση για τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Αστεροειδών 2018 θα πραγματοποιηθεί από τον LOGOS-SLOVO Α-Ω ως φεστιβάλ την Παρασκευή 29 & το Σάββατο 30 Ιουνίου σε συνδιοργάνωση με τον Δήμο Βούλας-Βάρης-Βουλιαγμένης & τον ΟΑΠΠΑ, ταυτόχρονα με εκατοντάδες άλλες εκδηλώσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη. Η ...

Διαβάστε περισσότερα